Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 18 Ιανουαρίου 1915, γεννήθηκε στα Τρίκαλα ο Βασίλης Τσιτσάνης. Πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του πριν από τριάντα χρόνια, στις 18 Ιανουαρίου 1984.

Με αφορμή τη διπλή αυτή επέτειο, η Μουσικοθεραπεία κάνει copy / paste το άρθρο του dim/art το οποίο με τη σειρά του το έκανε copy / paste από από το "Το Βήμα" και το αφιέρωμα του Γιώργου Σκίντσα στον Βασίλη Τσιτσάνη.

Τον χρόνο δεν μπορείς να τον γυρίσεις πίσω. Όπως και δεν μπορείς να κάνεις εικασίες για το πώς θα είχε εξελιχθεί αν ο τάδε είχε κάνει το ένα και ο δείνα το άλλο. Δεν έχει και νόημα άλλωστε. Από την άλλη δεν υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις; Δεν υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν σημαδεύσει όχι τόσο το παρόν τους αλλά το μέλλον; Ο Βασίλης Τσιτσάνης ανήκει (συνειδητός ο ενεστώτας χρόνος) σε αυτή την κατηγορία. Αν δεν υπήρχε είναι σίγουρο ότι η ελληνική λαϊκή μουσική δεν θα είχε εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο.

Καλλιτέχνης λαϊκός, όχι μόνο προέρχεται από τον λαό και τον εκφράζει και ο λαός τον χρησιμοποιεί, αφού του εκφράζει τα ντέρτια και τους καημούς του, για να χαρεί και να κλάψει. Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ένας ζωγράφος που αντί να χρησιμοποιεί πινέλα έχει στη παλέτα του, λέξεις και μουσικές. «Απλές» λέξεις «απλές» μουσικές. Μόνο που όταν τοποθετούνται στον καμβά του και κυρίως στον καμβά του καθενός από εμάς, αποκτούν άλλη υπόσταση. Εβαλε και αυτός το λιθαράκι του σε αυτό που ονομάζουμε νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Όπως για παράδειγμα το έβαλαν οι λαϊκοί δημιουργοί σαν τον Θεόφιλο και τον Ευγένιο Σπαθάρη.

Με τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη δεν διασκεδάζεις μόνο. Αν μείνεις εκεί έχεις χάσει την μισή τους ουσία. Με τα τραγούδια του τρικαλινού μάστορα, κάνεις μια βουτιά στα βάθη της ψυχής σου, συνειδητοποιείς τι έχεις κάνει και τι δεν έχεις κάνει στη ζωή σου, δακρύζεις και κλαις. Τόσο… απλά. Ο Βασίλης Τσιτσάνης θα μπορούσε να ήταν ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος. Πάρτε τα τραγούδια του και συνθέστε τους στίχους τους. Αυτή η σύνθεση θα σας οδηγήσει σε ένα μυθιστόρημα όπου ήρωας είναι ο καθένας από εμάς. Είναι μελαγχολικός στη μουσική, στους στίχους ή στην ερμηνεία στα περισσότερα από αυτά. Και; Πρωτόπιασε μουσικό όργανο το 1926 σε ηλικία 11 ετών (το μαντολίνο του πατέρα του που είχε ήδη μετατραπεί σε μπουζούκι) και έκανε κάτι και πάλι απλό. Μετέφερε στο τραγούδι τους καημούς και τις ανάγκες που αφουγκραζόταν δίπλα του. Και από καημούς η προπολεμική αλλά και μεταπολεμική Ελλάδα άλλο τίποτα.

Για να περιγράψει κάποιος τον Βασίλη Τσιτσάνη αξίζει να παρακολουθήσει το ζεϊμπέκικο που χορεύει ο Γιάννης Τσαρούχης όταν τον φωνάζει ο συνθέτης στη σκηνή. Αυτό το ζεϊμπέκικο αποτυπώνει με τον πιο δυνατό τρόπο την δύναμη και των δύο δημιουργών. Δύο ζωγράφων.


O Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς ηπειρώτες στις 18 Ιανουαρίου. Πέθανε 69 χρόνια αργότερα την ίδια ημέρα σε νοσοκομείο του Λονδίνου όπου νοσηλευόταν. Η μοίρα κάνει όντως τα παιχνίδια της.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες. Τσαρουχάς ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο – το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι. Στα γυμνασιακά του χρόνια στα Τρίκαλα μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του. Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών. Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά.

Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ’αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια.

Η “Αρχόντισσα” είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ’αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα “Να γιατί γυρνώ”, “Γι ‘αυτά τα μαύρα μάτια σου” και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.


Μ’ αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. “Αχάριστη”, “Μπαξέ τσιφλίκι”, “Τα πέριξ”, “Νύχτες μαγικές”, “Ζητιάνος της αγάπης”, “Ντερμπεντέρισσα” και βέβαια τη “Συννεφιασμένη Κυριακή”. Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί.



Η δεκαετία 1945 – 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι’ αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του : τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. “Είμαστε αλάνια”, “Πήρα τη στράτα κι έρχομαι”, “Χωρίσαμε ένα δειλινό”, “Τρελός τσιγγάνος”, “Πέφτουν της βροχής οι στάλες”, “Όμορφη Θεσσαλονίκη”, “Αντιλαλούνε τα βουνά”, “Κάνε λιγάκι υπομονή”, “Φάμπρικες”, “Πέφτεις σε λάθη”, “Καβουράκια”, “Κάθε βράδυ λυπημένη”, “Ξημερώνει και βραδιάζει”, “Έλα όπως είσαι”, είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι’ αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα’ πρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ’ αυτά τα τραγούδια. Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους – που κάποτε είναι…τρείς : ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή – δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.


Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.
Xωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ’ τις εποχιακές “μόδες”, παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ’ τον κυρίαρχο ήχο αυτών. Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης,ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ’ εξοχήν ο ίδιος. Απ’ αυτά ν’ αναφέρουμε ενδεικτικά : “Ίσως αύριο (1958), “Τα λιμάνια” (1962), “Τα ξένα χέρια”(1962), “Μείνε αγάπη μου κοντά μου”(1962), “Κορίτσι μου όλα για σένα”(1967), “Απόψε στις ακρογιαλιές”(1968), “Κάποιο αλάνι”(1968), “Της Γερακίνας γιός”(1975),”Δηλητήριο στη φλέβα”(1979).


Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο “Χάραμα” – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα. Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια…

(δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο www.tsitsanis.gr)


Kαι μια ιστορία

Τι σήμερα, τι αύριο τι τώρα

«Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» 
(1954, Βασίλης Τσιτσάνης – Γεράσιμος Τσάκαλος, ερμηνεία: Μαρίκα Νίνου)

Τέσσερα χρόνια διήρκεσε η σχέση του Βασίλη Τσιτσάνη με τη Μαρίκα Νίνου. Γνωρίστηκαν το 1949, εποχή που εκείνη τραγουδούσε στο κέντρο «Φλόριδα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας και εκείνος στου «Τζίμη του Χοντρού», στην Αχαρνών, μαζί με τη Σωτηρία Μπέλλου. Επειτα από μια φασαρία που είχε η Νίνου με κάποιους βασιλικούς, ο Τσιτσάνης την πήρε μαζί του. Σε λίγο καιρό το ντουέτο Τσιτσάνης- Νίνου χάλαγε κόσμο. Ο Τσιτσάνης άρχισε να ηχογραφεί τα καινούργια τραγούδια του με τη φωνή της και η μία επιτυχία να διαδέχεται την άλλη. Εν τω μεταξύ, ενώ ο Τσιτσάνης δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να διαλύσει την οικογένειά του, η Νίνου ήλπιζε ότι με τον καιρό θα τον κατακτούσε ολοκληρωτικά. Υστερα από τέσσερα θυελλώδη χρόνια κατέληξαν, το καλοκαίρι του 1953, να εμφανίζονται μαζί τόσο στη δισκογραφία όσο και στο πάλκο. Ωστόσο τίποτε δεν ήταν όπως πρώτα. Εκείνη την περίοδο η Νίνου εμφάνισε και τα πρώτα συμπτώματα καρκίνου. Οι γιατροί τής συνέστησαν θεραπεία στην Αμερική και η Νίνου ζήτησε από τον Τσιτσάνη να πάνε μαζί περιοδεία, έτσι ώστε να συνδυάσει τη θεραπεία της με δουλειά. Ο Τσιτσάνης ήταν εξαρχής αρνητικός, έγινε μάλιστα ανένδοτος μόλις έμαθε ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος. Το 1954 συνειδητοποιούσαν πλέον ότι η σχέση τους δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Λίγο προτού φύγει για την Αμερική τής έδωσε να πει το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα/ ας καθαρίσουμε μια ώρα αρχύτερα». Η Νίνου έπιασε αμέσως το νόημα του τραγουδιού. Την ώρα της ηχογράφησης στο στούντιο δεν άντεξε: σταμάτησε και έφυγε δακρυσμένη. Επέστρεψε όμως, κλαμένη αλλά πεισμωμένη. Και αυτή τη φορά το τραγούδησε μια κι έξω.

(από το βιβλίο του Ηρακλή Ευστρατιάδη «Μια ιστορία… ένα τραγούδι», εκδόσεις Τουμπής)

Πηγή: Του Γιώργου Σκίντσα για Το ΒΗΜΑ – 18/01/2013


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Sweet Smoke - Just A Poke (Full Album)



Sweet Smoke were a 1960s and 70s psychedelic jazz-rock band. They incorporated many different influences, such as jazz, funk and island rhythms. They were originally formed in Brooklyn, New York in 1967, although the band moved to live as a commune in Germany before the decade was out. They have a fan presence on the internet to this day

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Τα 30 καλύτερα rock άλμπουμ του 2013 (από το 9 ως το 1) σύμφωνα με το rocking.gr

Νούμερο 9   Samsara Blues Experiment "Waiting For The Flood"


Ίσως τελικά το να κατηγοριοποιείς συγκροτήματα όπως οι Samsara Blues Experiment στην κατηγορία του retro rock να είναι αδικία. Γιατί μπορεί μεν να είναι εμπνευσμένοι από τα 70s (και ποιος δεν είναι εξάλλου;) αλλά αυτό που παίζουν είναι το heavy psych του σήμερα. Και το πόσο καλό είναι αυτό το σήμερα δεν θα το πιστέψετε αν δεν ακούσετε το "Waiting For The Flood", spoiler alert: το καλύτερο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα, θα το ανακηρύξω με όλη την υποκειμενικότητα που του αρμόζει.


Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τι είναι αυτό που κάνει μία δουλειά να ξεχωρίζει στο είδος αυτό που, παρότι αυστηρά προορισμένο για το underground δεν του λείπει ούτε το κοινό ούτε η γκάμα συγκροτημάτων. Τι είναι για παράδειγμα αυτό που έκανε το "Long Distance Trip" να αγκαλιαστεί από όλους και να ξεχωρίσει τους Samsara Blues Experiment από τα άλλα συγκροτήματα του είδους; Τι είναι αυτό που έκανε το "Revelation & Mystery" να θεωρηθεί ένα βήμα πίσω; Και τι είναι τελικά αυτό που κάνει το "Waiting For The Flood" να τους ξαναβάζει στον θρόνο τους; Είναι η προσωπικότητα, το εύρος των επιρροών, το παίξιμο, ο τσαμπουκάς, η ατμόσφαιρα; Μην κοιτάτε εμένα για απαντήσεις, δεν ξέρω, είμαι εξίσου παραδομένος στη μαγεία της μουσικής αυτής που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί ή να κριθεί με αντικειμενικά, μετρήσιμα κριτήρια. Δεν μιλάμε για jazz fusion εδώ κύριοι και κυρίες, μιλάμε για μουσική που απευθύνεται στο θυμικό μας κατευθείαν, συντονίζεται με τα ψυχικά μας κύματα, μας απογειώνει σε πνευματικά ταξίδια. Ψυχεδέλεια λέγεται.




Αν μπορούσα να δοκιμάσω να εξηγήσω τα ανεξήγητα θα έλεγα ότι στο "Waiting For The Flood" υπάρχει μία έντονη και πολύ επιτυχημένη σπουδή πάνω στις φωνητικές μελωδίες που αντίθετα, όχι μόνο με το παρελθόν των Samsara Blues Experiment, αλλά και των περισσότερων συγκροτημάτων του είδους, δεν υπάρχουν απλά και μόνο για το διάλειμμα ανάμεσα στα μεγάλα ορχηστρικά κομμάτια, αποτελεί δομικό στοιχείο των τραγουδιών. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από φανερό στο "Shringara" που ανοίγει τον δίσκο και αποτελεί, τολμώ να πω, το καλύτερο τραγούδι που οι Γερμανοί έχουν γράψει έως τώρα.

Δεν είναι φυσικά μόνο τα φωνητικά που εντυπωσιάζουν στον δίσκο, είναι φανερό ότι η τετράδα βρίσκεται σε φόρμα. Από τα ανατολίτικα στοιχεία που είναι διάσπαρτα στο "Shringara" (και όχι μόνο) περνάμε με ευκολία στη jazz εισαγωγή του επίσης εκπληκτικού "Waiting For The Flood", από εκεί στα wah wah του "Don't Belong" το οποίο με τη σειρά του οδηγεί στη doom φυσαρμόνικα (!) και το sitar του "Brahmin's Lament". Τέσσερα τραγούδια ανεπτυγμένα σε 48 λεπτά μουσικής. Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου, αλλά ενώ φυσικά οι χαμηλές συχνότητες, οι μπασογραμμές, οι fuzz-αριστές κιθάρες και όλα τέλος πάντων τα τυπικά που ορίζουν αυτό που λέμε stoner rock είναι παρόντα, το αποτέλεσμα είναι ίσως το λιγότερο στονεράδικο (sic) άλμπουμ τους με τα όποια στερεότυπα του είδους.


Ακούγοντας τον δίσκο αυτόν, εύκολα φαντάζομαι πάνω στην καμπυλότητα του χρόνου έναν ακροατή το 1969 να έρχεται σε επαφή με τους Samsara Blues Experiment και να σκέφτεται «τι μουσική κυκλοφορεί εκεί στο 2013, πόσο τυχεροί είναι». Δεν με πιστεύετε; Ακούστε κι εσείς το "Waiting For The Flood".



Νούμερο 8   Foals "Holy Fire"


Ωρίμασαν, μεγάλωσαν, δείχνουν να πατούν πιο σταθερά στα πόδια τους και μπλα μπλα, τόσα πολλά κλισέ για να περιγράψεις την πρόοδο μιας μπάντας. Όσο δύσκολο και αν είναι, προσπαθώ να μην πέφτω σε αυτή την παγίδα χαρακτηρισμών. Από την άλλη όμως, όταν έχεις να κάνεις με ένα συγκρότημα που ήσουν εκεί από τα πρώτα του πατήματα και έχεις δει βήμα προς βήμα να αλλάζει ορθά στα αυτιά σου ο ήχος του, είναι αν μη τι άλλο αδύνατο να τιθασεύσεις τον ενθουσιασμό σου και απλά να μείνεις στα παραπάνω.


Ακούγοντας τον τρίτο δίσκο των Foals, αναρωτιέμαι...μήπως ήρθε η ώρα κάποιοι να τους δουν πιο προσεκτικά; Αρκετά συμπαθητική και αγαπησιάρική μπάντα, θα ειπωθεί εφόσον έχεις τυπικές σχέσεις μαζί τους, οι οποίες οφείλονται στο mainstream status που κουβαλά πάνω του το τόσο λίγο "Antitodes" μπροστά «στο ένα από τα σύγχρονα indie διαμάντια» "Total Life Forever", το οποίο είναι ικανό να ξεγελάσει το ενδιαφέρον σου και να μην αναγνωρίσεις το περίσσιο ταλέντο τους. Όμως όσοι από εμάς τους λατρέψαμε στον δεύτερο δίσκο τους ξέραμε με τι έχουμε να κάνουμε και περιμέναμε με ανυπομονησία την νέα τους δουλειά, όντας περίεργοι στο τι θα θελήσουν να μας προσφέρουν αυτή την φορά.



Για τρίτη φορά λοιπόν, οι Foals μας παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό. Αλλά για να μην παρεξηγηθούμε, όχι, δεν ανακάλυψαν τον άγνωστο εαυτό τους, ούτε έχουμε να κάνουμε με κάποιο ορθόδοξο θαύμα (δεν έχω ιδέα τι διάολο σκεφτόταν ο Philippakis και ονόμασε έτσι τον δίσκο). Πολύ απλά έκλεψαν λίγες ιδέες από τον πρώτο και δεύτερο δίσκο τους και πήγαν τον ήχο τους παραπέρα.

Το "Holy Fire" προλογίζει τόσο ιδιαίτερα με τη προϋπόθεση όμως πως δεν έχεις ακούσει το πρώτο single του δίσκου. Πραγματικά σου προκαλεί έκπληξη να ακούς τις κιθάρες των Foals τόσο βαριές και τον Φιλιππάκη να ξελαρυγγιάζεται, για αυτό θα ήμουν πολύ περίεργος να ακούσω κάποια ολοκληρωμένη δουλειά τους να κινείται στην τριάδα της  "Prelude" - "Inhaler" - "Providence", εκεί όπου δείχνουν πιο σοβαροί, και οποιαδήποτε τρύπα να έκλεινε ονειρικά με τραγούδια όπως το "Stepson".

Ωστόσο ο δίσκος από το tropical "My Νumber" (οι πρώιμοι Friendly Fires θα σκότωναν για να το έχουν στο οπλοστάσιο τους) και μετά παίρνει μια συγκεκριμένη τροπή. Dance rock (ποτέ δεν μου άρεσε ο σύγχρονος όρος dance-punk που εφηύρε το NME) και σύγχρονο pop rock συνδυάζονται άψογα δημιουργώντας αναμφίβολα πολύ καλά τραγούδια για το είδος τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το "Everytime").

Οι Foals κάνοντας για άλλη μια φορά αυτό που τους αρέσει μπόρεσαν να δημιουργήσουν έναν ποιοτικό εθιστικό δίσκο. Χωρίς να φοβηθούν άφησαν πίσω τον αριστουργηματικό ήχο του "Total Life Forever" δίχως να γυρίσουν εντελώς την πλάτη σε αυτόν. Επαναφέρουν το art rock παρελθόν τους αυτή την φορά όμως τιθασευμένο και καθαρά χορευτικό και κάνουν το 2,5 / 3.


Τελικά, το πιο σημαντικότερο από όλα; Παίζουν μπάλα με τους μεγάλους όντας πιστοί στη μοντέρνα μουσική έννοια του indie.



Νούμερο 7   Queens Of The Stone Age  "...Like Clockwork"


Το έκτο στούντιο άλμπουμ των Queens Of The Stone Age έγινε από το πουθενά μία από τις πιο hyped κυκλοφορίες της χρονιάς, πριν ακούσει κανείς νότα. Όχι ότι δεν το αξίζει ένα συγκρότημα που έχει κυκλοφορήσει δύο από τους σημαντικότερους alternative rock δίσκους των 00s (τα "Rated R" και "Songs For The Deaf")... Απλά είναι παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς ότι βρίσκονται σε συνθετική πτώση: από το αρκετά καλό αλλά κατώτερο των προκατόχων του "Lullabies To Paralyze" του 2005 μέχρι το άνισο "Era Vulgaris" του 2007. Βέβαια, αυτοί οι ανασταλτικοί παράγοντες σβήνονται μονοκοντυλιά με την κατάλληλη προώθηση στα ανά τον κόσμο μουσικά μέσα και το budget για την μεγαλύτερη σύναξη μουσικών προσκεκλημένων εδώ και αρκετά χρόνια.

Προτού φτάσουμε στα της μουσικής, να επισημάνουμε λίγο το υπόβαθρο που εν τέλει «προκάλεσε» έναν τέτοιο δίσκο. Το 2010 ο Josh Homme, το μυαλό και η ψυχή των Queens Of The Stone Age, είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ρουτίνας στο γόνατο. Εξαιτίας επιπλοκών κόντεψε να χάσει την ίδια του τη ζωή και είχε καθηλωθεί σε ακινησία για πάνω από τέσσερις μήνες. Όπως δηλώνει ο ίδιος -και όσοι έχουν βρεθεί σε παρόμοιες καταστάσεις- το εν λόγω περιστατικό του άλλαξε ολόκληρη την κοσμοθεωρία. Πρώτο τραγούδι που έγραψε μετά την ανάρρωσή του ήταν το "The Vampyre Of Time And Memory", το οποίο τυχαίνει να είναι και η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ. «I want God to come / And take me home / Because I'm all alone in this crowd»...

Σε αυτό το σημείο, να τονίσουμε ότι το "...Like Clockwork", εκτός των άλλων, είναι και ηχητικά μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση δίσκου. Έχει μέσα κολλητικά hit-άκια για να παίζουν σε rock μαγαζιά, έχει μέσα εξαιρετικές mid-tempo συνθέσεις, έχει μπαλάντες... Αυτό που δεν έχει, όμως, είναι γκάζι, βαριές κιθάρες και ογκώδη παραγωγή, κάτι που ενδεχομένως να οδηγήσει σε μουδιασμένες πρώτες ακροάσεις. Ωστόσο, μην ξεγελαστείτε: ο Homme έβαλε τα δυνατά του εδώ πέρα και έγραψε έναν δίσκο που ακρόαση με την ακρόαση μεγαλώνει, και σου «κολλάει» όλο και περισσότερο μέχρι να καταλήξεις απόλυτα εθισμένος. Σημαντικότατος παράγοντας και η ημερομηνία κυκλοφορίας του δίσκου, καθότι το θερινό mood που αποπνέει σε καλεί να το συμπεριλάβεις στο περιβόητο «soundtrack του καλοκαιριού».

Όσον αφορά τις συμμετοχές, σημαντικότερη ήταν η επιστροφή του Dave Grohl στα drums στα μισά από τα κομμάτια (στα άλλα μισά έχουμε τον Joey Castillο). Για να πούμε την αμαρτία μας, ουδόλως αντιληφθήκαμε την παρουσία του, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, καθώς μπορεί να σημαίνει ότι αφομοιώθηκε εξ' ολοκλήρου από το σύνολο - και κάτω από την ισχυρή προσωπικότητα του Homme. Είχαμε επίσης τους Trent Reznor, Alex Turner, Elton John, Mark Lanegan, Nick Oliveri, James Lavelle και άλλα αστέρια της μουσικής σκηνής, χωρίς ούτε ένας εξ' αυτών να κάνει ηχηρή την παρουσία του. Ή δεν προσέθεσαν κανένα σημαντικό λιθαράκι ή έκαναν αθόρυβη δουλειά την οποία αντιλαμβανόμαστε μόνο εκ της εξαιρετικής ποιότητας του αποτελέσματος. Έτσι κι αλλιώς, μικρή σημασία έχει αυτό.

Το άλμπουμ ξεκινάει με το "Keep Your Eyes Peeled", την πιο αργόσυρτη σύνθεσή του, με τη  συμμετοχή του Jake Shears των Scissor Sisters στα φωνητικά. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το μόνο κομμάτι όπου κάνει κάπως άσχημη εντύπωση η ξερή παραγωγή που αφήνει τις κιθάρες «πίσω», καθότι μετά οι Queens Of The Stone Age γίνονται αρκετά πιο ραδιοφωνικοί, με την καλή έννοια. Δεν αργούμε να το αντιληφθούμε με το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, το εξαιρετικά ευδιάθετο "I Sat By The Ocean" που το ακούς και λικνίζεσαι ασυναίσθητα - ή και όχι ...ασυναίσθητα. Το "The Vampyre Of Time And Memory" είναι η μία από τις δύο μπαλάντες του δίσκου, εξαιρετικό από την αρχή του (όπου ο Homme τραγουδάει συνοδεία πιάνου) μέχρι το τέλος, όταν και οι ηλεκτρονικοί ήχοι μπλέκονται υπέροχα με την παραμορφωμένη κιθάρα.


Το "If I Had A Tail" είναι ακόμα ένα κομμάτι με κολλητικότατο ρεφρέν, ακριβώς όπως τα τρία προηγούμενα και τα έξι επόμενα τραγούδια, οπότε από τούδε και στο εξής θα το θεωρούμε ευκόλως εννοούμενο και θα το παραλείπουμε. Πολύ πιασάρικο και αναίσχυντα mainstream, για κάποιο λόγο που δεν ξέρεις ακόμα θα κολλήσει στο repeat. Στα φωνητικά έχουμε συμμετοχές από τον Nick Oliveri, τον Alex Turner (Arctic Monkeys) και τον Mark Lanegan, οι οποίοι τραγουδούν όλοι μαζί «If I had a tail I'd swat the flies». Το "My God Is The Sun" ανεβάζει τις ταχύτητες και θα θυμίσει περισσότερο από κάθε άλλο εποχές "Songs For The Deaf". Το ψυχεδελικό και ατμοσφαιρικό "Kalopsia" με τη συμμετοχή του Trent Reznor (Nine Inch Nails) ξεσπά μόνο στα ρεφρέν του και μοιάζει να είναι b-side των Radiohead εποχής "Ok Computer". Το "Fairweather Friends" που ακολουθεί περιλαμβάνεται σίγουρα μέσα στις καλύτερες στιγμές του δίσκου και το γεγονός πως το έχει συν-γράψει ο Mark Lanegan μόνο τυχαίο δεν είναι, ενώ το πιάνο του Elton John δίνει αυτό το κάτι παραπάνω. Είναι, επίσης, το μόνο κομμάτι του οποίου την μίξη έχει κάνει ο μεγάλος Joe Barresi, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό.




Το "Smooth Sailing" είναι το αντίστοιχο "Panic Station" που είχαν οι Muse στον τελευταίο δίσκο τους: ένα pop rock κομμάτι για να πιάσουμε και τους πιο ανάλαφρους εκ των ακροατών. Κάποιους θα τους κερδίσει... Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι πρόκειται για τη μοναδική αδύναμη στιγμή της κυκλοφορίας, ωστόσο θεωρώ σωστή την τοποθέτησή του στο track-listing. Ένα τραγούδι πριν το τέλος συναντούμε το "I Appear Missing", την πιο μεγάλη σύνθεση της κυκλοφορίας (διάρκειας έξι λεπτών) και σίγουρα μία από τις κορυφαίες, διαθέτοντας το καλύτερο ρεφρέν απ' όλες τους και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες γέφυρες. Το ομώνυμο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο μοιάζει αρχικά να είναι μια όμορφη ακουστική μπαλάντα, αλλά εν συνεχεία αποκτά μία υποψία φλοϋδισμού που της δίνει άλλη διάσταση, κλείνοντας έτσι με τον ιδανικότερο τρόπο ένα σημαντικότατο comeback από ένα συγκρότημα-κεφάλαιο για την rock μουσική.

Όσοι ψάχνετε για το καινούργιο "Songs For The Deaf" ή το "Rated R", σίγουρα κακώς κάνατε εξαρχής και ψάξατε εδώ. Όχι μόνο επειδή εξαιρετικά δύσκολα θα καταφέρουν ποτέ οι Queens Of The Stone Age να γράψουν κάτι εφάμιλλο ποιοτικά, αλλά και επειδή η ηχητική τους κατεύθυνση πια απέχει παρασάγγας. Το "...Like Clockwork" είναι ένας φοβερά εθιστικός δίσκος με αρκετό βάθος ώστε να ξεδιπλώνεται με τον καιρό. Σίγουρα καλύτερος από τους προκατόχους του και άνευ αμφιβολίας ο δίσκος που ψάχναμε τώρα που ξεκινήσαμε σιγά-σιγά κατηφορίζουμε προς παραλίες. Ευχάριστο το γεγονός ότι σκαρφάλωσαν στην κορυφή του Billboard γιατί η rock σκηνή έχει ανάγκη τους ισχυρούς, μουσικά και εμπορικά, Queens Of The Stone Age.



Νούμερο 6 Arcade Fire "Reflektor"


Έρχονται στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου που αποδεικνύονται καθοριστικές. Μια τέτοια ήταν για τον Win Butler, τον frontman των Arcade Fire, η επίσκεψη στην Αϊτή, τον τόπο καταγωγής της συζύγου του (και «frontwoman» στο group) Régine Chassagne. Θυμίζω ότι η Αϊτή υπήρξε η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία Αφροαμερικανών και το μοναδικό κράτος που γεννήθηκε έπειτα από επιτυχημένη επανάσταση δούλων, αλλά μέχρι σήμερα -σχεδόν 210 χρόνια μετά τη διακύρρηξη της ανεξαρτησίας της- αδυνατεί να ορθοποδήσει, παραμένοντας η φτωχότερη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου.

Όχι μόνο για το ζεύγος, αλλά για την μπάντα ολόκληρη, η επίσκεψη στα πανέμορφα, αλλά τόσο ταλαιπωρημένα εκείνα χώματα της Καραϊβικής υπήρξε μια αποκαλυπτική εμπειρία. Μια συναυλία στο Port-au-Prince μπροστά σε ένα μικρό κοινό και η συναναστροφή με τους ντόπιους, που όχι απλά αγνοούσαν τη δική τους μουσική, αλλά μέσα στην εξαθλίωσή τους δεν είχαν ακούσει πολύ βασικότερα πράγματα, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones, στάθηκε αφορμή για να επαναπροσδιορίσουν πολλά πράγματα.  Αλληλεπιδρώντας με ένα «παρθένο» κοινό, ένιωσαν την αξία της απελευθερωτικής ενέργειας και της ευφορίας που πηγάζει από το χορό και επανεκτίμησαν πολλά πράγματα στον τρόπο γραφής τους.

Έτσι, μπορεί πολλά στο τέταρτο (το πρώτο διπλό) άλμπουμ των Καναδών να παραπέμπουν στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (το εξώφυλλο, οι τίτλοι ορισμένων κομματιών, το τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα "Orfeu Negro" (1959) ως βάση για το lyric video του "Afterlife" και το full album stream, που δόθηκε πριν λίγες ημέρες στη δημοσιότητα), αλλά ο μύθος εκείνος εντοπίζεται μόνο εφαπτομενικά στο "Reflektor" και τελικά η γνωριμία των Arcade Fire με την Αϊτή (αλλά και την Τζαμάικα) αποδεικνύεται σαφώς καθοριστικότερη.

Kομμάτια όπως το "Flashbulb Eyes" ή το "Here Comes The Night Time" μπορεί να ξαφνιάζουν (ή και να ξενίζουν ακόμη) στο πρώτο άκουσμα, αλλά τελικά, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ψυχή του "Reflektor", ενός άλμπουμ που -απροσδόκητα για πολλούς- βασίζεται στο ρυθμό και στη λυτρωτική δύναμη του χορού. Η προσέγγιση θυμίζει τα «χαρμόσυνα» των Flaming Lips, ενώ σύμφωνα με δηλώσεις του Win Butler, ο δείκτης για το εάν το κάθε ένα από τα περίπου 60 κομμάτια που ηχογράφησαν (εδώ συναντούμε 13 από αυτά) πήγαινε προς τη σωστή κατεύθυνση, ήταν το αν θα χτύπαγε ρυθμικά το πόδι του ο James Murphy (LCD Soundsystem), ο οποίος εκτελεί χρέη συμπαραγωγού εδώ, δίπλα στον τακτικό τους συνεργάτη Markus Dravs.

Για τον Butler, οι αφρικανικοί ρυθμοί και τα voodoo ως βασικοί κώδικες επικοινωνίας στην Αϊτή υπήρξαν μια κοσμογονία, δίχως την οποία το "Reflektor" δεν θα έβγαινε ποτέ. Όπως δήλωσε, καθώς βίωνε τον τοπικό πολιτισμό και χόρευε φορώντας μάσκα, ένιωσε να μειώνεται το χάσμα μεταξύ του σώματος και του πνεύματός του. Αν θυμηθούμε το "Μy Body Is A Cage" από το "Neon Bible" (2007), καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό στην περίπτωσή του...

Προσωπικά έμαθα τους Arcade Fire μέσα από ένα cd με τα «καλύτερα της χρονιάς» που είχε δώσει το περιοδικό Q στο τέλος του 2004. Το κομμάτι από το "Funeral" που είχε συμπεριληφθεί σε εκείνο το απίθανο compilation (καταπληκτική μουσική χρονιά το 2004, παρεμπιπτόντως) ήταν το "Neighborhood #2 (Laïka)" κι από εκεί θυμάμαι ότι ο χορός υπήρχε εξ αρχής στα κομμάτια τους (ας είναι καλά η Régine). Οι φανατικοί τους φίλοι σίγουρα θα θυμούνται τους γείτονες να χορεύουν στο ρυθμό του φάρου του περιπολικού που ήρθε να μαζέψει τα ασυμάζευτα στη συγκλονιστική ιστορία του Alex:

«When daddy comes home you always start a fight, 
so the neighbors can dance in the police disco lights»

Μόνο που εκείνος ήταν χορός αγχωτικός, όπως κι ο αντίστοιχος του "No Cars Go" από το "Neon Bible" (2007, πρώιμη έκδοση στο EP του 2003) ή ο άλλος του "Ready To Start" από το "Suburbs" (2010). Όλοι αυτοί ήταν χοροί της πνιγηρής ζωής των προαστίων που περιγράφεται με τόση ακρίβεια στα τραγούδια τους: όλα καλά κι όλα ωραία και μια βιτρίνα φαινομενικά τέλεια, αλλά εντός των τοιχών, τα πράγματα είναι αλλιώς, όπως στο τιμημένο με Oscar "American Beauty" (1999).

Με το "Reflektor" οι Arcade Fire βγαίνουν από το καβούκι τους κι απευθύνονται σε όλον τον κόσμο με τον τρόπο που οφείλουν να κάνουν οι κάτοχοι Grammy (το "Suburbs" τιμήθηκε στην κατηγορία «άλμπουμ της χρονιάς» προ διετίας). Αυτήν τη φορά -μέσω Αϊτής και με κομμάτια όπως τα "Here Comes The Night Time", "Flashbulb Eyes", "Afterlife" κ.ά.- μας φέρνουν έναν χορό εξωστρεφή, απελευθερωτικό και καλοκάγαθο. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τον περασμένο Απρίλιο ο Win και η Régine έγιναν γονείς και η υποχρέωση του «keep mommy happy» ήταν επιβεβλημένη, ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει κανείς με την, ούτως ή άλλως, χαρωπή Régine.

Αλλά, ας μην «ανακατεύω» άλλο το sequencing του άλμπουμ. Καλύτερα να δούμε τα κομμάτια με τη σειρά που παρουσιάζονται, όπως αρμόζει στην πιο πολυαναμενόμενη κυκλοφορίας της χρονιάς (μαζί με τα "M B V" των My Bloody Valentine, "Random Access Memories" των Daft Punk, "The Next Day" του David Bowie και "Yeezus" του Kanye West, εννοείται).

Όσα προανέφερα δεν είναι σαφή στο "Reflektor", το πρώτο single του άλμπουμ. Υπάρχουν τα κρουστά της Καραϊβικής (για το άλμπουμ έχουν επιστρατευτεί δύο μουσικοί από της Αϊτή), το παιχνιδιάρικο μπάσο και ένα «world music» γύρισμα στα 02:21 (μοιάζει βγαλμένο από το "Graceland" (1986) του Paul Simon και υπογραμμίζεται υπέροχα από βαρύτονα σαξόφωνα), αλλά δύσκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για άμεση παραπομπή στο rara της Αϊτής ή τη reggae της Τζαμάικα.

Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτό το απίθανο κομμάτι; Κανονικά θα έπρεπε να γραφτεί μια εκτενέστατη κριτική μόνο για αυτό. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Ορφέας -«ο πατέρας των τραγουδιών» κατά τον Πίνδαρο- έχασε την αγαπημένη του Ευρυδίκη από δάγκωμα φιδιού, έπαιξε τόσο σπαρακτικά τραγούδια και ερμήνευσε με τόσο θρήνο, που όλοι οι Θεοί δάκρυσαν. Έτσι, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και με τη μουσική και το τραγούδι του έγινε ο μοναδικός που κατάφερε να απαλύνει την καρδιά του Αδη και της Περσεφόνης.  Αυτοί συμφώνησαν να αφήσουν την Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη Γη, υπό τον όρο ότι μέχρι να ανέβουν στον Άνω Κόσμο, ο Ορφέας θα περπάταγε μπροστά της χωρίς να την κοιτάξει. Ωστόσο, εκείνος από την αγάπη, τη χαρά και την προσμονή του αθέτησε την υπόσχεσή του και η Ευρυδίκη επέστρεψε στον Άδη.

Η αναπαραγωγή της σκοτεινής ατμόσφαιρας είναι συγκλονιστική και τη ζήλεψε ακόμη κι ο Bowie, ο οποίος συμμετέχει στο κομμάτι. Το 90s house πιανάκι στο τέλος και η Régine κλέβουν την παράσταση «μεταξύ της νύχτας και της αυγής, ανάμεσα στα βασίλεια των ζωντανών και των νεκρών»:



«Entre la nuit, la nuit et l'aurore
Entre le royaume des vivants et des morts»

Σε μια αλληγορία του ανθρώπου που περνάει τη μέρα του μπροστά σε οθόνες, οι Arcade Fire κοιτάζονται στον καθρέφτη, περνούν στην αντίπερα όχθη («see you on the other side»), γίνονται η αντανάκλαση τους και βλέπουν το είδωλο του εαυτού τους μέσα από τις κόρες των ματιών τους. Παραφράζοντας τα λόγια των Massive Attack από το "Safe From Harm", θα μπορούσαμε να γράψουμε: «I was looking back to see if myself was looking back at me to see me looking back at him». Ένα απίθανο σχόλιο πάνω στη «reflective age» της ελλειμματικής προσοχής, όπου η πληθώρα των ερεθισμάτων προκαλεί διάθλαση της πληροφορίας σαν το φως που εκτρέπεται χτυπώντας στη disco μπάλα.

Στη limited edition του 12-ιντσου βινυλίου τα επί μέρους στάδια του κομματιού εμφανίζονται σαν ένα εικονικό tracklisting δεκατεσσάρων κομματιών (εφτά σε κάθε πλευρά). Μεγάλη δόση αυτοϊκανοποίησης εδώ, αλλά πώς να τους κακολογήσεις, όταν έχουν φτιάξει ένα τόσο φιλόδοξο track, που παρά την πυκνή δομή και τα επτάμισι λεπτά του καταφέρνει -χάρη στον Murphy- να ακούγεται τόσο ...pop;  Καλά για το video του Anton Corbijn τί να πρωτογράψει κανείς; Μου θύμισε εκείνες τις δύσπεπτες -αλλά πραγματικά αξέχαστες- "Αρμονίες του Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmoniak" - 1999, Béla Tarr). Υπάρχει τόσο υπόβαθρο πίσω από αυτό το κομμάτι (οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι κύρια έμπνευση αποτέλεσε ένα δοκίμιο του Δανού φιλόσοφου Søren Kierkegaard από τα μέσα του 19ου αιώνα, υπό τον τίτλο "The Present Age"), αλλά θα σταματήσω εδώ για να μην σας στερήσω (όλη) τη χαρά της ανακάλυψης.

Η ατμόσφαιρα του «σκοτεινού» "We Exist" με το ηλεκτρικό μπάσο («ανιψάκι» του "Billie Jean";) είναι το κάτι άλλο. Εδώ μιλούν για κάποιον νεαρό χαρακτήρα που ανήκει σε κάποια μειονότητα (πιθανή -αλλά όχι ξεκάθαρη- αναφορά στην gay κοινότητα) και φοβάται τις διακρίσεις που θα υποστεί («Daddy it's true / I'm different from you / But tell me why they treat me like this?»). Ωραία, ενημερωμένη έκδοση του πυκνού ήχου που μας έχουν συνηθίσει. Και κάπου εκεί το κλίμα αρχίζει να γίνεται ελαφρύτερο και παραμένει έτσι μέχρι το τέλος του πρώτου δίσκου.

Το γεμάτο reverb Dub του "Flashbulb Eyes" είναι κάτι που δύσκολα θα περίμενε κανείς να ακούσει σε άλμπουμ των Καναδών. Αλλά ακόμη κι εδώ ο διάλογος συνεχίζεται. Μουσικά μεταφερόμαστε στην Αϊτή (ή στην Τζαμάικα;) και εκεί παρ' όλες τις συμφορές επικρατεί η ειλικρίνεια: «hit me with your flashbulb eyes / you know I've got nothing to hide» (έστω κι αν απευθύνεται σε μια κάμερα) - σε βαθύ contrast με το «we all got something to hide» του «πολιτισμένου» North American Scum (για να θυμηθούμε και τους σπουδαίους LCD Soundsystem) που γνωρίσαμε στο "Reflektor".

Βρισκόμαστε μόλις στο τρίτο κομμάτι και δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι όλες αυτές οι μουσικές ιδέες που στριμώχνονται σε κάθε track δυσκολεύουν την ανάδειξη ενός ύμνου από εκείνους για τους οποίους λατρεύτηκαν εξ' αρχής οι Καναδοί. Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός τους εδώ.

Κομμάτια αυτού του τύπου οι Arcade Fire έχουν μπόλικα -κανένα group μετά το 2000 δεν έχει περισσότερα-, τα «πανυγηρτζίδικα» τους έλειπαν. Κι εδώ έρχεται το "Here Comes The Night Time" να δώσει τη λύση. Μου έχει μείνει αξέχαστη η εμφάνισή τους στο Benicassim το 2011 και το παρατεταμένο sing-along του κόσμου που κράταγε για ώρα μετά το τέλος κομματιών όπως το "Rebellion Lies" ή το "Wake Up". Ωστόσο, όσο αναπολώ τις ανατριχίλες εκείνων των στιγμών, άλλο τόσο θα ήθελα να βρεθώ σε ένα αναγεννησιακό γλέντι σαν αυτό που θα στήνεται εφ' εξής στο a-la Manu Chao πρωτόγονο κρεσέντο που ξεσπά μετά τα 04:25 του "Here Comes The Night Time". Ξέρετε, από αυτά που τώρα είσαι εδώ και την επόμενη στιγμή βρίσκεσαι 15 μέτρα μακριά, έχοντας ξεχάσει το όνομα και την ημερομηνία γέννησής σου. Δεν το παίρνεις με τη μία στα σοβαρά το κομμάτι αυτό, αλλά αν μεταφερθείς νοερά σε μια συναυλία τους με 60.000 κόσμο γύρω σου, η χρησιμότητά του θα σου γίνει ξεκάθαρη.

Βέβαια, μην περάσει από το μυαλο σας ότι ξαφνικά οι Arcade Fire έγιναν αλαφροΐσκιωτοι γλετζέδες (εντάξει, ο Richard Reed Parry πάντα τέτοιος ήτανε...). Εν μέσω μιας καρναβαλικής φιέστας που εναλλάσσεται με ένα groovαριστό lovers rock, το εν λόγω track μας περιγράφει το δράμα μιας χώρας χτυπημένης από όλες τις συμφορές (αρρώστειες, λιμοί, σεισμοί, πολιτική αστάθεια). Η φούρια με την οποία σπεύδουν στο κρεσέντο παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθωποι στην πάμφτωχη Αϊτή τρέχουν στα καταλύμματά τους όταν αρχίζει να σουρουπώνει, καθώς ελάχιστοι έχουν πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα.

«When the sun goes down, you head inside
Cause the lights don't work
Yeah nothing works - they say you don't mind»

Η στροφή πριν την κλιμάκωση, με το απίθανο μπασο, τα κρουστά, το πιανάκι, την φόρτιση και την αποφόρτισή της είναι συγκλονιστική και ακολουθεί κατά γράμμα τους υπέροχους στίχους. Πραγματικά δεν το χορταίνω. Και μέσα στον κακό χαμό ενός φαινομενικού καρναβαλιού, το «χώσιμο» προς όλους εκείνους που δεν κάνουν τίποτε για να βρει το δρόμο της η Αϊτή:

«Now the preachers they talk up on the satellite
If you're looking for Hell, just try looking inside»

Το momentum που χτίστηκε διατηρείται στο ωμό "Normal Person", όπου ακούγονται σαν τους Pixies με όλο εκείνο το contrast της εναλλαγής μεταξύ «σιγανού και δυνατού» που γέννησε τους Nirvana του "Nevermind" (1991). Tο απλό, παιχνιδιάρικο, lo-fi riff είναι από τα καλύτερα που έχουν γράψει και σε κάνει να πηδάς προς το ταβάνι, υψώνοντας τα γόνατα για να παρατείνεις την πτήση. Ο στίχος «I never met a normal person» κλείνει το μάτι για ακόμη μια φορά στο «We all got things to hide» του "Reflektor" (και έλα να του πεις ότι έχει άδικο αυτήν την φορά...).

Και κάπου εδώ έρχονται τα δύο πιο προσβάσιμα κομμάτια του δίσκου. Στο "You Already Know" έχουμε μια συνάντηση των Smiths (και υπόκλιση στο παίξιμο του Johnny Marr) με τους Clash του "Sandinista!" (1980). Υπάρχει και μια χαριτωμένη λεπτομέρεια εδώ. Ήταν το 2007 όταν οι Καναδοί πήγαν να παίξουν στο show του (φλώρου) Jonathan Ross στο BBC. Χωρίς να έχουν πολυκαταλάβει με ποιους είχαν να κάνουν, οι Άγγλοι έβαλαν τον Win Butler να κάθεται μαζί με την «πλέμπα» στη βιτρίνα του green room, λες και πρόκειται για τους κοσμικούς του Dancing With The Stars ή για τη Eurovision. Μοιραίο ήταν ο Butler να τα σπάσει αφού ολοκλήρωσαν την εμφάνισή τους. Ποιός θα το περίμενε ότι ο Win θα ένιωθε τόσο περήφανος για εκείνη τη μέρα που θα την επανέφερε στο "Reflektor": ο Ross ακούγεται στην αρχή και στο τέλος του κομματιού...

Παρά την punk εισαγωγή, τo "Joan Of Arc" θα μπορούσε (με ένα κατάλληλο radio edit, που όπως μας απέδειξαν με το "Reflektor" δεν τους πολυενδιαφέρει, βέβαια), να είναι ένα από τα χιτάκια τους μέσα από ένα άλμπουμ, όπου τουλάχιστον τα μισά tracks έχουν αντίστοιχες προοπτικές. H ιστορία της Ιωάννας της Λωραίνης («First they love you / Then they kill you / Then they love you again») δίνεται σε μια χαριτωμένη μελωδία με καταπληκτικό μπάσο και την Régine να παίζει κομβικό ρόλο. Κάλλιστα θα μπορούσε να βρίσκεται στο "Suburbs" (2010). Με αυτό «κλείνει» το πρώτο cd και επικυρώνεται το πιο ζωντανό σύνολο που μας έχουν δώσει μέχρι σήμερα. Σαν να τους έχεις δίπλα σου να παίζουν.

Είναι σαφές, πλέον, ότι στο "Reflektor" δεν υπάρχουν οι ανατριχίλες που συναντά κανείς στις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, αλλά η απουσία τους περισσότερο πιστώνεται, παρά χρεώνεται στην μπάντα, καθώς σε κανένα σημείο δεν επιζητούν εκείνη τη δραματουργία. Οι ομοιότητες με το ιστορικό "Funeral" (2004) ολοκληρώνονται στα εφτά δευτερόλεπτα στις εισαγωγές των εναρκτήριων κομματιών των δύο άλμπουμ.

Το δεύτερο μέρος ξεκινάει υποτονικά με το "Here Comes The Night Time II", το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το πρώτο, περάν του ότι μας γυρίζει στο δράμα της Αϊτής. Μαζί με το "Flashbulb Eyes" είναι τα μόνα κομμάτια με διάρκεια μικρότερη των τριών λεπτών. Διευκρινίζεται ότι τα εννιά από τα δεκατρία (+ μία κρυφή περίληψη στην αρχή) κομμάτια του "Reflektor" ξεπερνούν τα πεντέμησι λεπτά.

Στο "Awful Sound (Oh Eurydice)" έχουμε μια από εκείνες τις κολοσσιαίες στιγμές των Arcade Fire που είναι φτιαγμένη για sing-along. Τίποτε δεν προμηνύει την εξέλιξη του κομματιού που ξεκινά με ένα ιδιαιτέρως ευρηματικό ρυθμικό σετ που θυμίζει trip-hop. Ο Jeremy Gara κάνει εξαιρετική δουλειά στα τύμπανα καθ' όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, αλλά εδώ δίνει τα ρέστα του. Και ξαφνικά ακριβώς στα μισά του κομματιού (02:59) κάνει μια χαρακτηριστική «Ringo Starr» αλλαγή και από εκεί και μετά τα πάντα φλερτάρουν με κλασσικά κομμάτια της δεύτερης περιόδου των Beatles, όπως το "Hey Jude" ή το "A Day In The Life" (το αεροπλάνο που πλησιάζει). Ωραιότατες slide κιθάρες, επίσης, αλλά δεν βλέπω τη σχέση με το μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (ίσως το «I know there’s a way we can leave today / think it over»), αλλά, όπως είπαμε, ο μύθος αυτός εφάπτεται με χαλαρότητα στο άλμπουμ, παρά τις πολλές αναφορές.

Και μετά από αυτό είναι σαν να μπαίνουμε σε κάποιον δίσκο των LCD Soundsystem (ή των New Order πριν από αυτούς) με το "It's Never Over (Hey Orpheus)". Νεοϋορκέζικος ρυθμός και κοφτό ηλεκτρονικό drum 'n' bass riff και είναι ξεκάθαρο ότι έχει αναλάβει δράση ο James Murphy. O ίδιος, πάντως, ισχυρίζεται ότι τα κομμάτια δεν είχαν παραγωγό, καθώς «έβγαιναν» από μόνα τους... Πολύ χρήσιμο το break στη μέση, το οποίο επαναφέρει ακόμη πιο δυνατά το έξυπνο riff. Εδώ έχουμε τη μοναδική περίπτωση που η αναπαραγωγή του μύθου είναι αρκετά πιστή.  Το ντουέτο του Win με την Régine είναι βολικότατο για την αναπαραγωγή του μύθου και μας μεταφέρει με ανατριχιαστικό τρόπο στην ανάβαση του ζεύγους στον Άνω Κόσμο («Hey, Orpheus! / I'm behind you / Don't turn around / I can find you / Just wait until it's over / Wait until it's through»), αλλά και στο τέλος του Ορφέα («Boy they’re  gonna eat you alive», θυμίζω ότι ο Ορφέας κατασπαράχθηκε από τις Θρακικές Μαινάδες όταν περιφρόνησε τη λατρεία των Θεών και ιδιαίτερα του προστάτη του Διονύσου). Ακόμη ένα highlight.

Στο ίδιο μοτίβο, αλλά πιο αργό το ατμοσφαιρικό "Porno", το οποίο με τα ηλεκτρονικά και τις παραμορφώσεις του βρίσκεται έτη φωτός μακριά από το "Funeral" (2004), αλλά κάθε άλλο παρά στερείται ψυχής. Οι στίχοι «Little boys with their porno/ I know they hurt you so / They don't know what we know» θα μπορούσαν κάλλιστα να παραπέμπουν στην τσόντα που κατακλύζει τα σημερινά video clip, τα οποία έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο κόσμος τη μουσική στις ημέρες μας. Κι εκεί έρχεται η πικρή παραδοχή με τον Butler να τραγουδά γεμάτος αγωνία:

«But this is their world 
Where can we go?
Makes me feel like something's wrong with me
Can you see me?»

Η κραυγή αγωνίας επαναλαμβάνεται («Can we work it out? / We scream and shout 'till we work it out») με πιο ζωηρό ρυθμό στο "Afterlife", που μοιάζει με ένα πιο radio-friendly αδερφάκι του "Reflektor" και είναι από τα πιο προσβάσιμα tracks του δίσκου.

«When love is gone, 
Where did it go? 
And where do we go?»

Φτάνουμε στο τέλος όπου μας περιμένει το αιθέριο "Supersymmetry". Κρουστά και ηλεκτρονικό μπάσο γεμάτα έξυπνες παύσεις δημιουργούν μια καταπληκτική ατμόσφαιρα, η οποία με λίγη φαντασία μοιάζει με μια υπερακοντισμένη high-tech εκδοχή του πονεμένου "Running To Stand Still" από το "The Joshua Tree" (1987) των U2. Υπέροχη παραγωγή και ένα τέλος αντάξιο ενός μεγάλου άλμπουμ.

Τι είναι, λοιπόν, το "Reflektor"; Ένας δίσκος που κατάγεται από ιστορικά «world music» άλμπουμ, όπως το "Remain In Light" (1980) των Talking Heads, το "My Life In The Bush Of Ghosts" (1981) του Brian Eno με τον David Byrne, ή το "Graceland" (1986) του Paul Simon και αποπνέει καλλιτεχνική ελευθερία, όντας απολύτως αντάξιος του ονόματος που έχουν φτιάξει οι Arcade Fire.

Μπορεί να είναι ένα άλμπουμ με ελιτίστικο υπόβαθρο, αλλά σε ανταμείβει πραγματικά αν το δεις από τη σωστή οπτική γωνία, ξεχνώντας τις προηγούμενες δουλειές τους. Η έντονα ρυθμική του διάθεση (χορευτική, με το δικό τους τρόπο, τουλάχιστον) σε βοηθάει να μπεις γρήγορα στο κλίμα, προτάσσοντας τα απολύτως βασικά: τον ιδρώτα και τη χαρμόσυνη απόλαυση της κίνησης.

Οι Arcade Fire ακροβατούν με χάρη προς κάτι νέο, ωθώντας τα όριά τους με φιλοδοξία και όλική απουσία συμβιβαστικής διάθεσης. Αυτή η μπάντα «τρέφεται» από το δημιουργικό πυρετό της και για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε ακούσει την τελευταία δεκαετία.

Ποιός θα το φανταζόταν; Ένα συγκρότημα που, όταν ξεκίνησε, έμοιαζε με καντηλανάφτες (νεκροθάφτες, για την ακρίβεια) που «έπεσαν» από κάποια ξεθωριασμένη αναμνηστική φωτογραφία της εποχής του μεσοπολέμου, θα έφτανε στο σημείο να μας δώσει χορευτική μουσική με βάση τη discο! Παρ' όλα αυτά διατηρούν ακέραια τα χαρακτηριστικά για τα οποία τους αγαπήσαμε και δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Murphy ήταν ο κατάλληλος για να εξασφαλίσει ότι η μετάβαση θα γινόταν με ομαλό τρόπο. Λειτουργεί σαν καταλύτης για τις φιλοδοξίες τους και αφήνει την ψυχή αυτής της μπάντας να αναδυθεί για ακόμη μια φορά.

Ας μην γράψω άλλα, τα πράγματα είναι απλά. Το "Reflektor" δεν είναι τίποτε λιγότερο από ακόμη ένας θρίαμβος των Arcade Fire.


Νούμερο 5  Heaven's Basement "Filthy Empire"

Θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Οι Heaven's Basement με το ντεμπούτο άλμπουμ τους, "Filthy Empire", ανεβάζουν τον πήχη των hard rock κυκλοφοριών του 2013 (και όχι μόνο) σε επίπεδα Sergey Bubka (γνωστός και ως «τσάρος των αιθέρων»). Το κουαρτέτο από την Αγγλία τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου ομώνυμου EP και δυο μετά το EP "Unbreakable", πράττει τα δέοντα ώστε να αποδείξει πως η υπομονή άξιζε.

Όλο αυτό το διάστημα βέβαια η μπάντα δεν ήταν ανενεργή. Κάθε άλλο. Περιόδευσε αρκετά και με σημαντικά ονόματα όπως οι Papa Roach, Buckcherry, Black Stone Cherry και Seether, ενώ έδωσαν το παρόν και σε μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ όπως το Download και το Sonisphere. Έχοντάς τους δει live δυο φορές, μπορώ να πω με σιγουριά πως η συναυλιακή τους δραστηριότητα τούς έχει φορτώσει με εμπειρία και αυτοπεποίθηση και βγάζουν τρομερή ενέργεια πάνω στη σκηνή.


Ο ήχος του δίσκου βγάζει κάτι από την αλητεία των Guns N' Roses της "Appetite For Destruction" εποχής, με τα βρώμικα riff, τα φοβερά γηπεδικά refrain και το σφιχτό rhythm section, αλλά συγχρόνως ακούγεται αρκετά μοντέρνος, με πάρα πολύ καλή παραγωγή και μίξη. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω την συμβολή των Rob Ellershaw (μπάσο) και Chris Rivers (τύμπανα), οι κράχτες είναι ο Aaron Buchanan με το φοβερό λαρύγγι του και ο κιθαρίστας Sid Glover, ο οποίος πρέπει να κοιμόταν επί χρόνια με τη φωτογραφία του Slash στο κομοδίνο του εφηβικού του δωματίου.


Το εναρκτήριο "Welcome Home" είναι ενδεικτικό του τι θα ακολουθήσει και κερδίζει αμέσως την προσοχή του ακροατή με το sleazy riff του και την φοβερή ερμηνεία του Buchanan. Στη συνέχεια μπαίνει το single "Fire, Fire" με τα σκασίματα στο ταμπούρο, το βρώμικο riff και την μαγική και συνάμα χαοτική στιγμή στο solo, το οποίο ακολουθείται από το "Nothing Left To Lose". Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ και στο οποίο το groove-άτο verse με τις εναλλαγές στο μικρόφωνο μεταξύ του Buchanan και του Glover, ακολουθείται από ένα φοβερό refrain, ενώ και η ανάπτυξη του τραγουδιού είναι υποδειγματική, με το αργό μέρος και τη σταδιακή αύξηση της δυναμικής, λίγο πριν το solo, να λειτουργεί καταπληκτικά.

Στο "When The Lights Go Out In London" ο ρυθμός πέφτει και υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολική διάθεση που δημιουργούν οι στίχοι και η bluesy κιθάρα, ενώ στο refrain «πέφτουν κορμιά» με τα φοβερά γυρίσματα της φωνής από τον Buchanan. Το "I Am Electric" διαφοροποιείται σε σχέση με τις υπόλοιπες συνθέσεις του δίσκου, καθώς είναι ό,τι πιο μοντέρνο θα ακούσουμε, με καταιγιστικό ρυθμό και σαφείς punk rock αναφορές. Συνέχεια με το "The Long Goodbye" το οποίο έχει κολλητική μελωδία και καταπληκτικό σόλο, το "Heartbreaking Son Of A Bitch" που μπουκάρει και να σε παρασύρει με την ενέργειά του, ακριβώς πριν την πλέον ραδιοφωνική στιγμή του δίσκου που δεν είναι άλλη από το "Be Somebody" το οποίο δείχνει ένα πιο mainstream πρόσωπο της μπάντας.

Το "Can't Let Go" είναι από αυτά τα τραγούδια που ξεκινάς να σιγοτραγουδάς από την πρώτη ακρόαση με φοβερό refrain και την πολύ ωραία γέφυρα πριν το solo. Η πιο ήρεμη στιγμή του δίσκου είναι το ακουστικό "The Price We Pay" το οποίο βγάζει μια στεναχώρια, χωρίς όμως να είναι υπερβολικά μελό για να χαρακτηριστεί «τυροτράγουδο». Τέλος για το κλείσιμο έχουμε δυο hard rock δυναμίτες, το groovy "Jump Back" και το υμνητικό "Executioner's Day" με τις βόλτες διαρκείας των δακτύλων του Glover πάνω στην ταστιέρα και με το πόδι ταυτόχρονα κολλημένο στο wah-wah.

Το "Filthy Empire" έχει όλα εκείνα τα συστατικά για να κερδίσει κάθε οπαδό του είδους και να χτίσει γερά θεμέλια μεγάλης επιτυχίας για τους Heaven's Basement. Έχουν καταπληκτικό τραγουδιστή, με τις φωνητικές μελωδίες και ερμηνείες του στο δίσκο να αποτελλούν αδιάψεστο μάρτυρα. Έχουν κιθαρίστα ο οποίος και θέλει να παίξει, αλλά το σημαντικότερο είναι πως και μπορεί, με το μόνο που ίσως χρειάζεται είναι να αναπτύξει λίγο περισσότερο την προσωπικότητά του. Επίσης φαίνεται πως ξέρουν να συνθέτουν τραγούδια ανακατεύοντας κάποια από τα καλύτερα στοιχεία του hard rock των 80s και 90s τα οποία μοιάζουν να γράφτηκαν για να τραγουδιούνται στα μεγάλα στάδια. Οπότε, όσο είναι ακόμη νωρίς, επιβιβαστείτε στο τρένο που ακούει στο όνομα Heavens's Basement γιατι η διαδρομή προβλέπεται άγρια και περιπετειώδης.


Νούμερο 4   Alter Bridge "Fortress"


Τα πράγματα στη μουσική είναι απλούστερα από όσο νομίζουμε. Όσο ψάχνεις, θα βρίσκεις. Θα βρίσκεις πράγματα που σε αγγίζουν, που σου δημιουργούν αυτό το μοναδικό συναίσθημα ότι έχουν γραφτεί για σένα προσωπικά. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί πως τα πάντα έχουν παιχτεί, πως δεν βγαίνουν πλέον σπουδαία συγκροτήματα και άλμπουμ, στα δικά μου αυτιά ακούγονται ως φτηνές δικαιολογίες από ανθρώπους που, απλούστατα, δεν έχουν, άλλη όρεξη να ακούσουν νέα μουσική και να δεθούν μαζί της. Το γεγονός πως τα εμπορικά μεγέθη άλλαξαν άρδην μαζί με την μουσική βιομηχανία, δεν επηρεάζει την καλλιτεχνική υπόσταση των πραγμάτων και κάθε γενιά οφείλει να έχει τους δικούς της ήρωες. Τέτοιοι είναι και οι Alter Bridge, χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμία δικαιολογία για να τους αγνοήσει κάποιος.

Επιστρέφοντας με το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, έχουν κατακτήσει ένα status που αμφιβάλλω ότι πολλοί πίστεψαν πως θα αγγίξουν, ειδικά όταν μετά το πρώτο άλμπουμ τους, "One Day Remains", η δισκογραφική τους εταιρεία σχεδόν τους παράτησε. Η δύσκολη εκείνη περίοδος οδήγησε στην καλλιτεχνική κορύφωση του "Blackbird" και εν συνεχεία ήρθε το εμπορικό ζενίθ του "ABIII", όπου το brand name του συγκροτήματος μεγάλωσε απότομα, με αποκορύφωμα τη sold out εμφάνιση στο Wembley Arena, του Λονδίνου. Παράλληλα, ο Myles Kennedy έγινε ο επίσημος wingman του Slash, κερδίζοντας ακόμα μεγαλύτερη αναγνώριση, προερχόμενη τόσο από επιφανειακούς ακροατές, όσο κι από διάσημους μουσικούς. Κάπως έτσι, το "Fortress" έρχεται να αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία και δεν θα μπορούσαν να την αφήσουν να πάει χαμένη.


Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν χρειάζεται καν να τελειώσει η πρώτη ολοκληρωμένη ακρόασή του για να συνειδητοποιήσεις ότι βρίσκεσαι αντιμέτωπος με κάτι το σπουδαίο. Ένα προς ένα, τα κομμάτια που απαιτούνται για να συντεθεί κάτι το ξεχωριστό αναδεικνύονται κατά τη ροή του δίσκου. Ήξερες ότι έχεις μια μεγάλη φωνή, αλλά είναι οι φωνητικές μελωδίες και το πάθος στις ερμηνείες που κάνουν τη διαφορά. Ήξερες ότι θα απολαύσεις έναν εκπληκτικό κιθαρίστα, αλλά εδώ δείχνει σε σημεία να ξεπερνά τον εαυτό του σε επίπεδο απόδοσης. Ήξερες ότι θα ακούσεις ένα στιβαρό rhythm section, αλλά εδώ δεν περιορίζεται σε αυτό, προσφέροντας την παραπάνω δύναμη στις συνθέσεις. Ήξερες ότι μπορείς να περιμένεις καλά τραγούδια και σου προσφέρει δώδεκα τέτοια. Κι αν δεν ήξερες, μπορείς να μάθεις.



Δεν ξέρω αν το "Fortress" και γενικότερα η μουσική των Alter Bridge κατηγοριοποιείται ορθότερα ως hard rock ή heavy metal. Πιθανότατα, αυτό εξαρτάται από την μουσική οπτική γωνία του καθενός, αλλά -τουλάχιστον για εμένα- μικρή σημασία έχει. Είτε είσαι οπαδός των Metallica, είτε των Alice In Chains, εδώ θα βρεις την επόμενη μπάντα που προσπαθεί να παίξει στο επίπεδό τους και θα ξαναβρείς μουσικές που έχουν την ορμή να σε εμπνεύσουν να ασχοληθείς περισσότερο με αυτό το είδος μουσικής. Πριν διαφωνήσεις, στάσου κι άκου μερικές φορές το "Calm The Fire". Αν δεν σου κάνει, τότε αγνόησε όσα γράφω. Δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε.

Σε σύγκριση με το παρελθόν, το νέο άλμπουμ ακούγεται ενδεχομένως ακόμα πιο βαρύ, με την παραγωγή του Elvis Baskette να είναι φορτωμένη, αλλά όχι υπερβολική, αναδεικνύοντας με τον ήχο που έβγαλε τα μεγάλα riff του Mark Tremonti και φυσικά τους πάντα κείμενους στη σκοτεινή πλευρά στίχους του Myles Kennedy. Οι ακουστικές κιθάρες στο ξεκίνημα του άλμπουμ, για το "Cry Of Achilles", το Tool riff του "The Uninvited" και η ανάληψη των lead φωνητικών από τον Tremonti για το "Waters Rising" είναι μερικές από τις πιο άμεσα αναγνωρίσιμες διαφοροποιήσεις στο "Fortress". Στην περίπου μία ώρα της διάρκειάς του, ο οπαδός θα βρει σχεδόν όσα έχει αγαπήσει σε αυτό το συγκρότημα και κυρίως το συναίσθημα που ξέρει να μεταδίδει αυτή η μπάντα μέσα από τη μουσική της. Όσο κι αν ακούγεται κλισαρισμένο, οι Alter Bridge σού δίνουν την αίσθηση ότι βάζουν την ψυχή τους σε αυτό που κάνουν, κάτι που δύσκολα μπορεί να μην εκτιμήσει κάποιος.

Το "Addicted To Pain" αποδείχτηκε εξαιρετικό δείγμα για πρώτη επαφή και πιθανότατα θα ακολουθηθεί από το "Cry A River", το οποίο διαθέτει επίσης δυναμικό riff και ευκολομνημόνευτη μελωδία, ενώ αμφότερα αναμένεται να αποτελέσουν αναπόσπαστες στιγμές των επερχόμενων συναυλιών. Δώσε βάση στο riff στη μέση του "Bleed It Dry", στο refrain του "Peace Is Broken" κι απόλαυσε τον Myles στην εισαγωγή του "Calm The Fire" να τραγουδάει σε ύφος και τονικότητα που είχε να ακουμπήσει από την εποχή των Mayfield Four, όταν δεν βάραιναν και κάποια επιπλέον χρόνια τη φωνή του. Προσωπικά, κάθε φορά που τελειώνει το εξαιρετικό ομώνυμο τραγούδι το βρίσκω πολύ δύσκολο να μην ξαναρχίσω από την αρχή, απολαμβάνοντας όσα έχω ανακαλύψει και περιμένοντας να δεθώ με ακόμα περισσότερα.


Δεν βρίσκω ούτε μισή περιττή στιγμή στο άλμπουμ, το οποίο ως σύνολο δείχνει να στέκεται πάνω από το "ABIII", κάτι που δεδομένων των μεγεθών αποτελεί σπουδαίο επίτευγμα, ενώ από την πλευρά τους οι Alter Bridge παρέδωσαν με εμφατικό τρόπο ένα άλμπουμ που επιβεβαιώνει όσους τους τοποθετούσαν ήδη στην ελίτ της σημερινής rock μουσικής. Αλήθεια, δεν είχες ποτέ την επιθυμία να μπορούσες να ήσουν εκεί όταν τα μεγάλα ονόματα κυκλοφορούσαν τα κλασικά δημιουργήματά τους; Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία (πάντα κατ' αναλογία). Ή μήπως θέλουμε να είμαστε σαν αυτούς που κάθε φορά που κυκλοφορούσε ένα άλμπουμ το οποίο σήμερα θεωρείται σπουδαίο και τρανό, αυτοί μίλαγαν για το αγαπημένο τους άλμπουμ του 1982; Η επιλογή είναι στο χέρι του καθενός και το "Fortress" είναι εκεί έξω.


Νούμερο 3   Riverside "Shrine Of New Generation Slaves"

Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που οι Riverside συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κυρίαρχα εν ενεργεία συγκροτήματα στους progressive κύκλους αφορά στην ικανότητά τους να εξελίσσουν διαρκώς τον ήχο τους από δίσκο σε δίσκο. Το "Rapid Eye Movement" μπορεί να ήταν το λιγότερο τολμηρό σ' αυτόν τον τομέα (παρ' όλης της δεδομένης ποιότητάς του), όμως το προ τριετίας "Anno Domini High Definition", όπου σε σημεία νόμιζες ότι άκουγες άλλη μπάντα, ξεχώρισε ως ένα ακόμα αποκορύφωμα της προοδευτικότητάς τους. Φέτος, με την πέμπτη τους δουλειά, οι Πολωνοί αποφασίζουν να αλλάξουν δραστικά τα πάντα -για ακόμη μια φορά- και να εξερευνήσουν νέες κορυφές στο "Shrine Of New Generation Slaves".


Αυτό που επιχειρεί η μπάντα στο "S.O.N.G.S.", λοιπόν, συνοψίζεται στο εξής απλό: τη σύνθεση τραγουδιών χωρίς επιτηδεύσεις, μακριά από συμβατικές rock φόρμες που υπήρχαν σε προηγούμενους δίσκους τους, και κυρίως χωρίς να ανησυχούν αν το αποτέλεσμα δεν ακούγεται «σαν Riverside» σε οποιοδήποτε σημείο. Και φυσικά επιτυγχάνουν σε όλα με πανηγυρικό τρόπο.



Αυτό που διακρίνεται άμεσα σε κομμάτια όπως το "New Generation Slave", το -πρώτο single του δίσκου- "Celebrity Touch", ή το groovy "Feel Like Falling" είναι πως οι όποιες metal καταβολές του παρελθόντος έχουν πλέον εκμηδενιστεί, ενώ και οι επιμέρους επιδόσεις του κάθε μέλους μεταβάλλονται κατά βούληση, δημιουργώντας καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από ρευστότητα και εστιάζουν -όπως εμφανώς υποδηλώνει και το ακρωνύμιο του τίτλου- στα τραγούδια αυτά καθεαυτά. Το μπάσο συνεχίζει να ηγείται, όμως το κάνει με αρκετά διαφορετικό τρόπο, συμμαχώντας συχνά με τα πλήκτρα. Αυτά με τη σειρά τους αναβαθμίζονται σε έναν πολύ πιο σύνθετο ρόλο πολλαπλών επιπέδων, προτιμώντας να διοχετεύουν τους πειραματισμούς τους σε ηλεκτρονικά μονοπάτια από το να εμμένουν στον βουτηγμένο-στη-σεβεντίλα-ήχο που θα περίμενε κανείς να δεσπόζει και πάλι. Ο δε ήχος της κιθάρας παραμένει σαγηνευτικός, αλλά τα θέματά της διαφοροποιούνται πλησιάζοντας νοοτροπίες κλασικού rock, με τον Grudziński να σολάρει όπως δεν έχει σολάρει ποτέ.

Στα πανέμορφα "The Depth Of Self-Delusion" και "Deprived" η μπάντα απομακρύνεται από τα συνθετικά της καλούπια όσο ποτέ άλλοτε, αφήνοντας τις εξαίσιες μελωδίες της να επιβληθούν μέσω των φωνητικών, της κιθάρας, αλλά και της έκτακτης εμφάνισης του σαξοφώνου. Το μοναδικό σημείο κατά το οποίο έρχονται πιο κοντά στο παρελθόν τους συναντάται στο "We Got Used To Us", με την laid back διάθεσή του να παραπέμπει στα αντίστοιχα «χαλαρά» κομμάτια από το ντεμπούτο τους. Ωστόσο, ακόμα κι αν έλειπαν όλα τα παραπάνω, το δεκατριάλεπτο "Escalator Shrine" θα αρκούσε για να δικαιολογήσει την τοποθέτηση του όρου progressive δίπλα στο όνομα των Riverside, ξεκινώντας με μια εισαγωγή-μυσταγωγία πριν οδηγηθεί μέσω μιας χαρακτηριστικής μπασογραμμής σε ένα προοδευτικό όργιο, μέσα στο οποίο κρύβονται μερικές από τις βαρύτερες στιγμές του δίσκου. Κλείνοντας με το "Coda" εν είδη reprise του "Feel Like Falling", η μπάντα ολοκληρώνει μία θεματικά σκοτεινή δουλειά με μία μικρή ένδειξη ελπίδας, υπενθυμίζοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μείνει αμετάβλητο, ότι η εξέλιξη είναι μέσα στη φύση όλων των πραγμάτων.

Η εντύπωση που σού δημιουργείται ακούγοντας το "Shrine Of New Generation Slaves" είναι ότι, από όσα στάδια κι αν περάσουν οι Πολωνοί κατά τη διάρκεια της δισκογραφικής τους πορείας, πάντα θα βρίσκουν τρόπους να διαπρέπουν μέσα σ' αυτά, αποπνέοντας πρόοδο και προσδίδοντας αυθεντικότητα στη μουσική τους. Αυτό που εν τέλει πετυχαίνουν οι Riverside στον πέμπτο τους δίσκο είναι να αναδιαμορφώσουν το ύφος τους στρογγυλεύοντας τις γωνίες τους, εναντιωμένοι σε οποιασδήποτε μορφής στασιμότητα, με τον Duda να ανάγεται πλέον σε έναν από τους κορυφαίους συνθέτες στο πεδίο του σύγχρονου progressive. Το μόνο που μένει να δούμε είναι κατά πόσο μπορούν να κερδίσουν και σε δημοφιλία, αυτή που τόσο στερήθηκαν -αν και ανέκαθεν δικαιούνταν- ως τώρα. Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι σαν κι αυτούς εκεί έξω.



Νούμερο 2   Clutch "Earth Rocker"

«Είναι μόλις η δεύτερη φορά που παίζουμε εδώ και δεν ξέρω γιατί δεν το κάναμε τα τελευταία 20 χρόνια. Θα το κάνουμε τα επόμενα 20». Αυτά ήταν τα λόγια του Neil Fallon πριν από δύο χρόνια επί ελληνικού εδάφους και μία λογική απάντηση εκ μέρους μας θα μπορούσε να είναι κάτι του στυλ «Επειδή αργήσαμε να σας ακούσουμε». Δεν είναι ψέματα και βάλε κάτω να δεις από πότε υπάρχουν και πότε έγιναν όνομα στην Ελλάδα. Το ότι τους κόλλησαν διάφορες μουσικές ταμπέλες κατά καιρούς, δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ετεροχρονισμένη δημιουργία σχέσης μας με την μπάντα, άλλωστε απορροφούμε αρκετά και διαφορετικά είδη ως ακροατήριο, το θέμα είναι ότι πλέον έχουμε καλύψει το χαμένο έδαφος κι έχουμε εναρμονιστεί πλήρως με τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου. Μπράβο μας...

...γιατί ξέρουμε να εκτιμάμε την καλή μουσική, αν και μερικές φορές έχουμε την τάση να θεοποιούμε ή να ξεφτιλίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις λόγω της φύσης μας. Ο 10ος δίσκος των Clutch όμως θα λάβει ακριβώς ό,τι του αναλογεί. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Βλέπεις, ξεκίνησε να υλοποιείται έπειτα από την περιοδεία τους με Thin Lizzy & Motorhead, είναι κι αυτοί live μπάντα, δεν ήθελε και πολύ να μεταδοθεί η «ζωντανή ατμόσφαιρα» σε studio δίσκο τους. Δεν χρειάζεται παραπάνω από μια ακρόαση του "Earth Rocker" για να αποκομίσεις την αίσθηση πως παίζουν δίπλα σου. Το προωθητικό video clip του ομώνυμου τραγουδιού το ομολογεί κατηγορηματικά άλλωστε. Ένα παρατεταμένο και συνεχόμενο groove n' roll που έχει την δυνατότητα να φέρνει σε πρώτο πλάνο την συνολική δουλειά διά μέσω της σπουδαιότητας των μουσικών.


Μπορεί να είναι η φυσαρμόνικα σε πρώτο πλάνο, ενίοτε η κιθάρα, άλλες πάλι φορές η κουδούνα του drummer και συνήθως η τραγουδιστική εκφορά του λόγου από τον Fallon, το πλέον cool άτομο που είναι άξιο να εκστομίσει στίχους κατανοητούς μόνο από την πάρτη του("Blooo-Ahhh/Hey Hey Uh Huh Huh"), σε βαθμό της κλίμακας Hetfield - Wyndorf. Έχουν αντιληφθεί και οι ίδιοι την επικινδυνότητα της ανεπανόρθωτης ζημιάς που μπορούν να προκαλέσουν κι έτσι χαλιναγωγούν τα γκέμια τους με συνθέσεις σαν τα "Gone Cold" και "Book, Saddle & Go". Είναι τα γαμημένα τόσο δεξιοτεχνικά τοποθετημένα, ούτως ώστε όχι μόνο να δίνουν αναπνοές, αλλά και να χαλαρώνουν για το μετά, όπως ακριβώς ένα ποτήρι νερό ενδιάμεσα από το booze. Μαύρα κι αργόσυρτα με τον απαιτούμενο κόφτη, ωσάν τον επικήδειο που δεν ακούστηκε ποτέ στους Skynyrd.

Δεν αξίζει στο "Earth Rocker" να συγκριθεί με το "Blast Tyrant", θα είναι κρίμα και για τα δυο τους, απλά το πρώτο είναι το απόκτημα της γενιάς μας που έχει επιτέλους τους δικούς της ήρωες, που φωνάζουν "Oh, Isabella" σε αντίλογο των "Whole Lotta Rosie" ιαχών. Αν και όταν, τυχόν λάτρεις δεινοσαύρων αρνηθούν να ευχαριστηθούν παρέα μας  το τότε τους με το τώρα μας, υποστηρίζοντας ότι έζησαν, άκουσαν και είδαν από κοντά την απόλυτη μπάντα όλων των εποχών, είμαστε ευτυχώς σε θέση να αντιπαρέρθουμε του τσαμπουκά με ηχητικά ντοκουμέντα κι όχι με αιματηρά κουτουλίδια. Αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε τα ναρκωτικά σας, την μουσική σας, τα όλα σας, τα ευχαριστιόμαστε αλλά δεν θα μας αφαιρέσετε το δικαίωμα να ανακηρύξουμε τους Clutch ως τους δικούς μας Reverends, το κλείσιμο του "The Wolfman Kindly Requests" ως την απόλυτη ανατροπή και το "The Face" ως το δικό μας "Let There Be Rock". Enough said...


Νούμερο 1   Steven Wilson "The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)"

To "Grace For Drowning" του 2011 ήταν ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ για τον Steven Wilson. Ήταν φυσικά σημαντικό γιατί είχε σπουδαία τραγούδια, αλλά και για έναν ακόμα λόγο, όπως είχα ρισκάρει να γράψω και στην τότε μου κριτική. Για την προοπτική που άνοιγε. Φανέρωνε ότι έρχεται κάτι ακόμα μεγαλύτερο, κάτι ακόμα πιο αριστουργηματικό από αυτόν τον άνθρωπο αρκεί, αν επιθυμούσε να συνεχίσει στην ίδια (και πρόσφατα υιοθετημένη) κατεύθυνση, να βελτίωνε κάποιες λεπτομέρειες.

Πιθανότατα αν κάτι τέτοιο είδα εγώ να το εντόπισε και ο ίδιος ο Wilson (που σαφώς και είναι εξυπνότερος), οπότε και προέβη σε τρεις απλές αλλά αποτελεσματικές κινήσεις. Καταρχήν επιλέγει μόνιμους μουσικούς - συνεργάτες με τους οποίους μάλιστα περιοδεύει, σε αντίθεση με τη συγκέντρωση σημαντικών αλλά εναλλασσόμενων μουσικών που εμπιστεύτηκε πριν από δύο χρόνια. Επιπλέον, αφήνει εν μέρει την επιμέλεια του ήχου από τα χέρια του, εμπιστευόμενος ένα άλλο, εξίσου έμπειρο αυτί για το engineering. Τέλος, κάνει τη νέα του δουλειά πιο ομοιογενή και μαζεμένη, και όχι μόνο λόγω του ότι αυτή τη φορά είναι μονό CD. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει απόλυτα και το "The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)" είναι το αριστούργημα που το "Grace For Drowning" υπονοούσε.

Στο άρμα του Wilson λοιπόν επιβαίνουν καταρχήν τα 2/3 των Aristocrats, ήτοι οι Marco Minemman στα drums και Guthrie Govan στην κιθάρα (ο τελευταίος η μόνη στουντιακή προσθήκη σε σχέση με το συγκρότημα που περιόδευσε), ο Nick Beggs (γνωστός από το συγκρότημα του Steve Hackett κυρίως) στο μπάσο, ο μόνιμος συνεργάτης Theo Travis σε όλα τα πνευστά και ο Adam Holzman (στο βιογραφικό του οποίου ξεχωρίζει η συνεργασία του με τον Miles Davis) στα πλήκτρα. Είναι άσκοπο να αναλυθεί το πόσο εντυπωσιακοί είναι όλοι τους, ο καθένας στο όργανό του, αφού μάλλον το prog ή/και jazz παρελθόν όλων τους λέει πολλά. Δύο πράγματα όμως αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Καταρχήν, όσο βαριά κουβέντα και αν ακούγεται αυτό, πιθανόν να έχουμε εδώ τα καλύτερα πλήκτρα που έχουν παιχτεί ποτέ σε οποιοδήποτε δίσκο του Wilson. Κατά δεύτερον είναι αξιοσημείωτο το πόσο δεμένο είναι το σύνολο αυτό, σε βαθμό που να είναι τελικά (σχεδόν) κρίμα που αυτός εδώ ο δίσκος δεν αποδίδεται στο όνομα κάποιου συγκροτήματος. Χωρίς να μπορεί να επιβεβαιωθεί αυτό από κανέναν άλλον εκτός από τον ίδιο τον Wilson, εκτιμώ ότι σημαντική είναι και η δουλειά του Alan Parsons που έχει αναλάβει την ηχοληψία. Ένα έμπειρο και αξιοσέβαστο αυτί σαν το δικό του δεν μπορεί παρά να έλαβε χώρο από τον Wilson για προτάσεις και είναι τελικά πάντα σημαντικό ένας τρίτος άνθρωπος να μπορεί να συμβουλεύει έναν καλλιτέχνη τι είναι περιττό και τι πρέπει να ενισχυθεί. Μέρος της ευθύνης για το πιο σφιχτό αποτέλεσμα σε σχέση με το "Grace For Drowning" μάλλον θα πρέπει να του πιστωθεί.

Τέλος υπάρχουν οι συνθέσεις, το πιο σημαντικό κομμάτι. Και εντάξει, το "Luminol" που ανοίγει τον δίσκο, αν δεν το είχαμε ακούσει ήδη από το live DVD "Get All You Deserve" θα ήταν ένα μεγάλο σοκ για όλους μας, καθώς είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει γράψει ο Steven εδώ και πολύ καιρό αν όχι ανέκαθεν. Αλλά και η συνέχεια δεν παρεκκλίνει της πορείας, με το "Drive Home" να θυμίζει γρήγορα το πόσο ατμοσφαιρική μπορεί να κάνει τη μελαγχολία αυτός ο άνθρωπος, το εντυπωσιακό "Holy Drinker" να αποτελεί μία ψυχεδελική/space/fusion άβυσσο με επικά φωνητικά, το "Pin Drop" να ακούγεται σε σημεία ως εκμοντερνισμένοι Pink Floyd όπως ήξερε και παλιά να κάνει ο Wilson, το "Watchmaker" ως τρίτη μεγάλης διάρκειας (και ποιότητας) σύνθεση να αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο από μελωδικής σκοπιάς όλων και αυτό που επιβεβαιώνει ότι από την ώρα που ο Wilson αποφάσισε να παίξει ξεκάθαρα prog δεν τον πιάνει κανείς και, τέλος, αυτό που έδωσε το όνομά του και στον δίσκο να κλείνει με ιδανική ηρεμία μία δουλειά που όλα δείχνουν ότι θα μνημονεύεται για χρόνια.

Παρότι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι πάντα ήταν ο ηγέτης όποιου σχήματος συμμετείχε, είναι η πρώτη φορά που νιώθω ότι ο Steven Wilson είναι περισσότερο ένας mastermind πίσω από έναν δίσκο στον οποίο άλλοι υπηρετούν το δικό του όραμα, παρά ένας μουσικός που έχει την ευθύνη να καθορίσει τον ήχο και το αποτέλεσμα. Κάπως όπως ο Waters έγινε στους Pink Floyd πολύ περισσότερο ο δημιουργικός εγκέφαλος, ο Συνθέτης (με το σίγμα κεφαλαίο επί τούτου) παρά ο μπασίστας. Αυτό, βέβαια, μαζί με την κατεύθυνση που παίρνουν πλέον οι μουσικές προτιμήσεις του Steven μου δημιουργεί φόβους για το μέλλον των Porcupine Tree, αλλά, να πω την αμαρτία μου, με δίσκους σαν κι αυτόν, δεν με πολυνοιάζει κιόλας...



Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Τα 30 καλύτερα rock άλμπουμ του 2013 (από το 19 ως το 10) σύμφωνα με το rocking.gr

Νούμερο 19 Altar Of Plagues ’’Teethed Glory And Injury’’

Για τους Ιρλανδούς Altar Of Plagues τα έχουμε ξαναπεί. Τα δείγματα γραφής που είχαν δείξει από το ντεμπούτο τους, "White Tomb", μας είχαν προϊδεάσει για σπουδαία πράγματα. Το "Mammal" που ακολούθησε τους οδήγησε σε δύσβατα μα συνάμα σαγηνευτικά μαυρομεταλλικά μονοπάτια, δίνοντας παράλληλα την αίσθηση ότι η αναζήτηση νέων μουσικών τόπων είναι πρωταρχικής σημασίας για αυτούς.

Τι κάνουν στο φετινό τους πόνημα; Πολύ απλά επιχειρούν να μας τινάζουν τα μυαλά στον αέρα. Τουλάχιστον όσων σαγηνεύονται από πειραματισμούς και μια προοδευτική προσέγγιση.


Το "Teethed Glory And Injury" είναι ένα άλμπουμ που ξεκινάει με μια σειρήνα να σου τρυπάει τα αυτιά και συνεχίζει με τον πλέον ανορθόδοξο τρόπο. Όλα τα κομμάτια του άλμπουμ χαρακτηρίζονται από μια δυσαρμονία και μια μουσική ασυνέχεια. Ακόμα και σε στιγμές που εμφανίζεται κάποιο riff και κάποιο θέμα συγκεκριμένο, αυτό διακόπτεται από κάποιο ηλεκτρονικό sample, από κάποια απροσδιόριστη κιθαριστική παρεμβολή και διάφορες άλλες ανορθόδοξες εμπνεύσεις και πειραματισμούς των Ιρλανδών. Γενικότερα οι φόρμες και οι δομές που συναντώνται απέχουν κατά πολύ από τις παραδοσιακές και συνήθεις, όχι στο ακραίο metal, αλλά γενικότερα στο χώρο του metal.



Το black metal  έχει περιοριστεί, χωρίς να έχει εκλείψει. Είναι δεδομένο ότι οι Ιρλανδοί επιχειρούν να αποκλίνουν από αυτό και με αλλοπρόσαλλες μελωδίες, ηλεκτρονικά ambient στοιχεία, industrial layers καθώς και με την προαναφερθείσα ανορθοδοξία δημιουργούν σε αρκετές στιγμές χάος, σύγχυση, πανικό, ενώ η πολυεπίπεδη ενορχήστρωση μας «ταλαιπωρεί» ακόμα περισσότερο. Και μέσα σε όλο αυτό το χάος, πολλά καλά κρυμμένα riffs τα οποία αποκαλύπτονται σε κάθε ακρόαση. Σε κάποια άλλα σημεία παρουσιάζεται μια industrial αισθητική, σε σημείο να σε λούζει κρύος ιδρώτας. Κάποια μανιασμένα ξεσπάσματα είναι και αυτά εδώ...

...και όλα αυτά συμπλέουν με τα λυσσασμένα φωνητικά του James Kelly, τα οποία παρουσιάζονται με οργή, με αγωνία, με απόγνωση. Και αν αυτός έχει αποφασίσει να γδάρει τον λαρύγγι του, εμάς δεν μας ενδιαφέρει, απλά γουστάρουμε. Όπως επίσης μπορούμε να λατρέψουμε το έξοχο, γεμάτο νεύρο και εφευρετικότητα drumming, που συμβάλει τα μέγιστα στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.

Σε σύγκριση με το "Mammal", το "Teethed Glory And Injury" χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ένταση, του λείπει η απόκοσμη ατμόσφαιρα του προκατόχου του και εστιάζει περισσότερο σε μια πιο αστική ατμόσφαιρα.

Πειραματικό, προοδευτικό, απόκοσμο, ακραίο, καθηλωτικό, αντιεμπορικό, απροσδιόριστο και πάνω από όλα αυθεντικό και ανεπιτήδευτο, το νέο άλμπουμ των Altar Of Plagues μας οδηγεί μέσω πειραματισμών σε ένα σημείο που λίγοι τολμούν να το επιχειρήσουν.


Πάνω από όλα, το "Teethed Glory And Injury" είναι ένας πολυεπίπεδος δίσκος ο οποίος χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να αφομοιωθεί και να κατανοηθεί. Είναι ένα άλμπουμ που απευθύνεται κατά βάση σε αυτούς που πιστεύουν ότι ανεξάρτητα από ταμπέλες, με τόλμη και φαντασία θα ανοιχθούν νέοι δρόμοι στον ακραίο ήχο. Εσείς επενδύστε άφοβα. Οι υπόλοιποι με προσοχή.




Νούμερο 18   Sigur Ros "Kveikur"

«Μια παγωμένη επιφάνεια που πνίγεται από καταιγίδες. Οι Sigur Ros ξαναγεννήθηκαν»

 "Kveikur" σημαίνει άναμμα, φιτίλι. Ένα νέο ξεκίνημα. Μια νέα αρχή. Μια σπίθα που γεννάει μια νέα φωτιά. Μετά το "Valtari" και την παραλίγο διάλυση τους, οι Ισλανδοί έρχονται δυναμικά, λίγους μόλις μήνες μετά, με μια κυκλοφορία γεμάτη απόκοσμη και σαγηνευτική post-rock μουσική.

Όσοι ένιωσαν ότι η περσινή τους κυκλοφορία, ήταν ένα αδιέξοδο και όσοι πίστεψαν ότι παραήταν χαλαρό για αυτούς, ήρθε η ώρα να αναθαρρήσουν και να απολαύσουν εννιά παγωμένες συνθέσεις που έρχονται πιο επιθετικά, με κινητήριο ρυθμό, παραμορφωμένες κιθάρες και κάτι που μοιάζει αλλά δεν είναι συμβατική δομή...


Θλίψη, θυμός, μοναξιά και σύγχυση. Γήινες και εξωγήινες κραυγές θυμίζουν μεγάλες στιγμές από "Ágætis byrjun". Μελωδίες και ατμόσφαιρες μού φέρνουν στο μυαλό μουσικές εικόνες από το υπέροχο και ίσως αξεπέραστο "( )". Νομίζω ότι ήδη ανέφερα τους δύο καλύτερους δίσκους της μπάντας... και αυτό είναι καλό... μιας και οι Sigur Rós δεν γεννηθήκαν εχτές. Αυτός είναι ο έβδομος δίσκος τους και οι μουσικές τους δομές παραμένουν ίδιες. Η υφή, ο θόρυβος και η μελωδία της μουσικής τους είναι στη θέση τους. Ξαναγεννήθηκαν...




Ούτε ένα κομμάτι δεν μοιάζει με κάποιο άλλο. Μεγάλη υπόθεση για post-rock συνθέσεις. Εδώ πλέον δεν χρειάζεσαι βίντεο και εικόνες για να καταφέρεις να νιώσεις την ατμόσφαιρα και να εγκλιματιστείς. Απλά περιμένεις 22 δευτερόλεπτα feedback για να νιώσεις το βουητό και τις εκρήξεις του doom μπάσου στο εναρκτήριο "Brennisteinn".  Ο τίτλος του τραγουδιού μεταφράζεται σε «θειάφι», και τα τύμπανα, τα έγχορδα, η κιθάρα και τα φωνητικά, βάζουν την πρώτη φωτιά. Φωτιά που θα απλώσει το "Hrafntinna", μια συνθεση εσωτερική. Ένας διαλογισμός και μια σκοτεινή φαντασμένη υπόσταση που μετακινείται αργά και απροσάρμοστα με την βοήθεια κυμάτων αέρα.

Η συνέχεια οικεία, μιας και τα επόμενα κομμάτια, συνθέτουν μια παραδεισένια τριάδα. Μια σκοτεινή επιφάνεια ("Yfirbord" ) που πνίγεται από καταιγίδες και θύελλες ("Stormur"). Ήχοι και μελωδίες που σου κλείνουν τα μάτια, σε γυρνούν πίσω, σε μαγεύουν και σου γεμίζουν δάκρυα τα μάτια. Βουρκωμένος και χαμένος ψάχνεις να καταλάβεις που βρίσκεσαι... είσαι στην κορυφή ενός παγόβουνου ("Isjaki")... μόνος... και ταξιδεύεις στον παγωμένο ωκεανό.

Το ομότιτλο με τον δίσκο κομμάτι μπαίνει με industrial σαπίλα που επαναφέρει την έκρηξη του ξεκινήματος και σε ανατριχιάζει ευχάριστα. Βαδίζει ηλεκτρικά και θορυβωδώς προς το "Rafstraumur" που δένει και επαναφέρει παλιά και νέα Sigur Rós στιλ. Ρυθμός και ένταση πάνω στα κρουστά για να ξεφύγεις σε pop όνειρα. "Bláþráður" και "Var" κλείνουν το άλμπουμ σβήνοντας σιγά-σιγά το φιτίλι. Όντας σκληρά και τολμηρά καταφέρνουν να εκφραστούν σαν μια χορωδία αγγέλων. Ανεβαίνουν κι ανεβαίνουν μέχρι να μην υπάρχει άλλο οξυγόνο. Μέχρι να βγεις από την ατμόσφαιρα και να πετάς στο διάστημα. Μέχρι ν' ακούσεις επιτέλους πιάνο στο κλείσιμο και να σου κόψει την ναυτία ευχάριστα.

Είναι αναζωογονητικό όταν μουσικές και ήχοι πετυχαίνουν να ενοχλήσουν απάτητα εδάφη της ψυχής σου. Είναι εφιαλτικό το τοπίο που φτιάχνεται στ' αυτιά σου να σε καταπνίγει σαν τέρας. Είναι ένα σκοτεινό, ασφαλές και κρύο όπως πάντα ισλανδικό παραμύθι. Ξεκίνα το ταξίδι και δεν θα χάσεις τον δρόμο σου.


Νούμερο 17   Enforcer "Death By Fire"

Αυτή τη φορά το συγκρότημα, θέλοντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο της δημιουργίας του δίσκου, αποφάσισε να τα κάνει όλα μόνο του. Και όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα. Παραγωγή, μίξη και mastering. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναζήτησαν δισκογραφική στέγη την οποία την βρήκαν κάτω από αυτή της Nuclear Blast. Παρά τη σχετική απειρία τους τα πήγαν πολύ καλά, καταφέρνοντας να φτιάξουν έναν δίσκο ο οποίος παρ' όλες τις αναφορές σε παλιότερα είδη, ακούγεται αρκετά φρέσκος, καθώς η παραγωγή χωρίς να είναι επιτηδευμένα γυαλισμένη, εξυπηρετεί στο 100% τον ήχο που θέλουν να πρεσβεύουν, με βάθος στα τύμπανα, το μπάσο παρόν και τις κιθάρες να βγάζουν την απαιτούμενη τραχύτητα.

Στο "Death By Fire" ερχόμαστε αντιμέτωποι, κατά κύριο λόγο, με ένα πάντρεμα δύο σχολών, του NWOBHM και του speed metal συγκροτημάτων όπως οι Exciter. Από τη μια έχουμε τις πανέμορφες δυσολίες και από την άλλη την ταχύτητα. Η φωνή του Olof Wikstarnd (ο οποίος πλέον έχει αναλάβει και τη δεύτερη κιθάρα) είναι καταπληκτική, τα solo του Joseph Toll ξεπετάγονται από παντού και το rhythm section δίνει συνεχώς ένα tempo το οποίο σπανίως πέφτει σε «νορμάλ» ταχύτητες.


Η εισαγωγή "Bells Of Hades" μοιάζει να γράφτηκε απλά για να δίνει τον απαιτούμενο χρόνο στη μπάντα να βγει στη σκηνή, αλλά από εκεί και πέρα δεν μπαίνει πουθενά φρένο. Οι οχτώ συνθέσεις ξεχειλίζουν από δύναμη και πάθος και φαίνεται πως γράφτηκαν με μοναδικό σκοπό το να προκαλούν παροξυσμό στα live τους και, όπως γίνεται συνήθως σε αυτό το είδος, πρωταγωνιστές στον δίσκο είναι οι κιθάρες και τα υψίφωνα φωνητικά. Μαγευτικές στιγμές αγνού παρθένου speed-ατου heavy metal με τα "Death Rides The Night" και "Run For Your Life", βιρτουόζικα solo στο ορχηστρικό (και κάργα Maiden-ικό) "Crystal Suite"και πιασάρικα refrain στα εξίσου up-tempo "Mesmerized By Fire" και "Take Me Out Of This Nightmare". Στο "Silent Hour/The Conjugation" δείχνουν πόσο καλά μπορούν να κλιμακώνουν την ένταση και να παίζουν με τις εναλλαγές των θεμάτων, για να έρθουν να κλείσουν όπως ξεκίνησαν με το "Satan", το verse του οποίου είναι ίδιο με αυτό του "Phantom Lord", αλλά σιγά μην κάτσουμε να χαλάσουμε τις καρδιές μας για κάτι τέτοιο.

Οι Enforcer δεν διεκδικούν καμία απολύτως δάφνη πρωτοτυπίας καθώς πατάνε γερά σε μουσικές που έχουμε ήδη ακούσει εδώ και πολλά χρόνια. Όμως ο τρόπος που ανακατεύουν τις όποιες επιρροές τους, σιγά, σιγά τους κάνει να μπορούν να ισχυριστούν πως αποκτούν τον δικό τους ήχο. Αυτό, σε συνδυασμό με το πάθος και τη φρεσκάδα που βγάζουν στις δουλειές τους, τους κάνουν στα μάτια μου μια επιτυχημένη μπάντα, η οποία θέλω να πιστεύω πως έχει πολλά να μας δώσει στο μέλλον και πως ακόμη βρίσκεται στην αρχή μιας λαμπρής καριέρας.



Νούμερο 16   Ulver "Messe I.X VI.X"

Ένα κομψοτέχνημα σύγχρονης κλασικής μουσικής όπου οι «λύκοι» έχουν λαμβάνειν τα μέγιστα από το μεγάλο ατού της μουσικής τους, τη σιωπή

 «Make something grand, gothic and Ulver-esque», they said. «Ok»

Μέσα στην παραπάνω γραμμή συνοψίζει ο Καλλιτέχνης Kristoffer Rygg ολόκληρο το νόημα της νέας κυκλοφορίας των Ulver σε συνεργασία με την Tromsø Chamber Orchestra. Το καινούργιο έργο τέχνης των Νορβηγών έρχεται να διαδεχτεί το προ διετίας "Wars Of The Roses", έναν από τους πιο προσβάσιμους δίσκους μιας κατά καιρούς ιδιαίτερα δύστροπης και κρυψίνου δισκογραφίας. Μπορεί  το "Wars Of The Roses" να ήταν αντικειμενικά ένα καλό άλμπουμ, μπορεί live να απογειωνόταν όπως διαπιστώσαμε στην εμφάνισή τους στη χώρα μας, ωστόσο δεν έπαυε να είναι μία από τις λιγότερο δυνατές στιγμές της καριέρας των Ulver, μιας καριέρας στην οποία ξεπετάγονται ουκ ολίγες κορυφές. Μία από αυτές τις κορυφές είναι και το “Messe I.X.-VI.X”, ένα κομψοτέχνημα σύγχρονης κλασικής μουσικής όπου οι «λύκοι» έχουν λαμβάνειν τα μέγιστα από το μεγάλο ατού της μουσικής τους, τη σιωπή.

Εκ των έξι συνθέσεων, μονάχα στην τέταρτη και την έκτη συναντάμε τη βαθιά, μαγευτική φωνή του Rygg, αφού όλες οι υπόλοιπες είναι ορχηστρικές. Η αρχή γίνεται με το υποβλητικό δωδεκάλεπτο "As Syrians Pour In, Lebanon Grapples With Ghosts Of A Bloody Past", ένα τραγούδι-τελειότητα από την αρχή μέχρι το τέλος του. Οι Ulver για κανένα λόγο δεν επιθυμούν να πολιτικοποιηθούν, όπως μπορεί κανείς εσφαλμένα να σπεύσει να συμπεράνει από τον τίτλο. Απλά, «εκφράζουν τη βαθύτατη θλίψη τους» για αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο και τα χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο για να μας κατακλύσουν με τα κλειστοφοβικά συναισθήματα της αρχής του κομματιού. Τα τρομακτικά ambient περάσματα, η υποψία υπόκωφων πυροβολισμών στο background και ένα βιολί να ξεκινάει από ένα σημείο και μετά να κλαίει για τις κακοτοπιές της ανθρωπότητας... Ήδη από το εναρκτήριο κομμάτι καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για τους δίσκους που απαιτούν χρήση ακουστικών για να απορροφήσεις κάθε σπιθαμή των ήχων που πλανώνται, αλλά και για να δεχτείς το βαθύ τρέμουλο των μπάσων στιγμών. Το πιάνο που κάνει την εμφάνισή του κάπου στο ένατο λεπτό απογειώνει το "As Syrians..." για να φτάσει μέσω μιας κλασικής à la-Perdition City γέφυρας στο κάπως πιο αισιόδοξο φινάλε που δεν είναι τίποτα άλλο παρά καθαρή κλασική μουσική μετά από την «κλασική μουσική» δοσμένη υπό το πρίσμα των Hans Zimmer και Max Richter αυτού του κόσμου.

Στο "Shri Schneider" τα κλειστοφοβικά συναισθήματα υποχωρούν για να δώσουν την θέση τους σε μια αίσθηση καθημερινότητας, ψυχρής και μεταβατικής. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία κυριαρχούν στην εν λόγω σύνθεση, ενώ από πίσω γίνεται ένα ραδιοφωνικό ζάπινγκ ήχων και μελωδιών που έρχονται και φεύγουν σαν φαντάσματα. Το "Glamour Box (Ostinati)", που ακολουθεί, δημιουργεί αδημονία και ταυτόχρονα υπονοεί δράση και εξέλιξη στην ατμοσφαιρική ταινία που σχηματίζεται από τα ηχοχρώματά του "Messe I.X - VI.X", η οποία φτάνει στην κορύφωση της περιπέτειάς της λίγο πριν μπει το "Son Of Man". Τότε είναι που θα επέλθει η στιγμή της τραγικής αυτογνωσίας του φανταστικού ήρωα, αν δύναται να υπάρχει ήρωας σε μια τέτοια ιστορία. Οι στίχοι του Rygg είναι γνωστοί πια: μινιμαλιστικοί και μεγαλεπήβολοι, σφύζουν νοημάτων, συναισθημάτων και εικόνων. Ελάχιστοι στιχουργοί μπορούν να τον ξεπεράσουν σε αυτό που κάνει. Λίγο πριν επικαλεστεί την Μητέρα, στο τελευταίο τραγούδι του δίσκου, επικαλείται τον Πατέρα. «Oh Father / We are defined by our blood / The massacre of the innocent / And the sacrifice of the son...» για να αναρωτηθεί στο τέλος «What kind of choir of angels will receive us?» και το τραγούδι να συνεχίσει το δρόμο του προς άπιαστες κορυφές.



Το "Noche Oscura Del Alma" είναι ακόμα πιο εσωστρεφές από το ούτως ή άλλως εσωστρεφέστατο σύνολο μέσα στο οποίο ανήκει. Οι χαμηλές συχνότητες κυριαρχούν και τα samples από μυστήρια λόγια και ρετρό τραγούδια που μοιάζουν να παίζονται από σκονισμένα γραμμόφωνα γεμίζουν το χώρο με στενάχωρα συναισθήματα, ούτως ώστε να ακολουθήσει η κάθαρση με την επίκληση στη Μητέρα, σαν σύμβολο της παρηγοριάς και των καταπραϋντικών σκέψεων. «Oh Mother / I turn to you from the valley of tears / Oh Mother / Pure and simple / Virgin and whore». Το ταξίδι στην άγρια νύχτα των ταλαιπωρημένων περιοχών της Μέσης Ανατολής θα τελειώσει στην Αγία Πόλη, ως σύμβολο της ένωσης μεταξύ λύτρωσης και τραγικής ειρωνείας. «The women of Jerusalem / Along the way of sorrows / Speaking of ghosts in the holy city».



Νούμερο 15   The National "Trouble Will Find Me"

Το άλμπουμ είναι πλημμυρισμένο από μικρές και μεγάλες μουσικές στιγμές που κάνουν τον ακροατή να καταπιάνεται και μέσα από αυτές να βρίσκει κομμάτια του συναισθηματικού του κόσμου

 Η ανατομία της μελαγχολίας έμοιαζε να είχε ολοκληρωθεί με το "High Violet" σε σημείο που έκανε τους οπαδούς τους ακόμα και τους ίδιους τους National να αναρωτιούνται για το αν μπορούν να εξελιχτούν μουσικά και για το τι μπορούν ακόμα να προσφέρουν στο κοινό τους. Φαινόταν δύσκολο μέσα στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την ολοκλήρωσή του, αλλά να που τα κατάφεραν για ακόμα μία φορά να συνθέσουν ένα άλμπουμ εφάμιλλης ποιότητας τόσο του προκατόχου του, όσο και του "Boxer".

Οι National κάνουν μία θαυμάσια επιλογή τραγουδιών στο άνοιγμα του "Trouble Will Find Me", που φτάνει περίπου μέχρι τα μέσα του tracklist, χωρίς να αφήσουν την παραμικρή χαραμάδα φωτός για τον ακροατή. Δημιουργούν για ακόμα μια φορά τις κατάλληλες συνθήκες για να βάλουν τους ακροατές τους στον σκοτεινό τους χορό, άλλοτε με χαμηλότονες συνθέσεις κι άλλοτε με πιο up-tempo σύνολα. Για την ποιότητα των φωνητικών του Berninger δεν νομίζω ότι πλέον χρειάζεται να πούμε πολλά, αφού για ακόμα μία φορά το βαρύτονο της χροιάς του στέκεται περήφανα μπροστά στις απαιτήσεις των περιστάσεων και πείθει ότι το δράμα των γλαφυρών περιγραφών των στίχων, είναι αληθινό. Για αυτόν που σίγουρα πρέπει να γίνει μια ιδιαίτερη μνεία είναι για τον Brian Devendorf, που χτίζει έτσι τα ρυθμικά του μέρη, και κάνει τα drums του να δίνουν ηγετικό παλμό στα κομμάτια, όμοιο με αυτόν του μπάσου του Peter Hook στους New Order. Κατά τα άλλα, οι αδερφικοί δεσμοί που συνδέουν τους Aaron και Bryce Dessner επεκτείνονται και στη μουσική τους συνεργασία, πλέκοντας μεταξύ τους, σχεδόν διαισθητικά, εύηχα μουσικά θέματα με τις κιθάρες τους και τα πλήκτρα.

Το άλμπουμ είναι πλημμυρισμένο από μικρές και μεγάλες μουσικές στιγμές που κάνουν τον ακροατή να καταπιάνεται και μέσα από αυτές να βρίσκει κομμάτια του συναισθηματικού του κόσμου. Αν κάνουν κάτι οι National, είναι ακριβώς αυτό. H συναισθηματικά πυρίμαχη Jennifer του "Fireproof" και οι καθαρτικές εξομολογήσεις του "Sea Of Love" μπορεί να είναι από τις πιο δυνατές στιγμές του "Trouble Will Find Me", αλλά τα ωραία δεν σταματούν εκεί. Όσοι από σας ψάχνουν το "Bloodbuzz Ohio" και το "Abel" του 2013, θα τα βρείτε και τα δύο μέσα στο "Graceless" που ακούγεται ακόμα πιο συμπαγές στην δομή του και στις διακυμάνσεις του και από τα δύο προαναφερθέντα μαζί. Εξάλλου, για τους National πάντα θα πρέπει να υπάρχει ένα δράμα. Και στο "Demons" φαίνεται ότι αυτό το δράμα δεν θα τελειώσει ποτέ, μιας και οι συγκρατημένες κραυγές του Berninger μουρμουρίζουν αποκαλυπτικά ότι όλη αυτή η απελπισία που ζει και τραγουδά τόσα πηγάζει από την χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Άρα, θα μας «βασανίζει» για χρόνια ακόμα.




Συνοψίζοντας σε λίγα λόγια το νέο δισκογραφικό πόνημα των National, θα μπορούσα εύκολα να πω ότι και αυτή τη φορά μοιράζονται ένα βρώμικο μυστικό μαζί μας. Από τη μία έχουμε τους αδερφούς Dessner να εκφράζουν τις ορχηστρικές τους ανησυχίες μέσα από έναν αρχικά απλοϊκό μουσικά άξονα. Έτσι οι μελωδίες τους κολλάνε πολύ γρήγορα στο μυαλό του ακροατή, μέχρι να αποκαλυφθεί η συνθετική τους ευφυΐα, με τη βοήθεια των φωνητικών του Berninger που εξαπολύει τις αλήθειες χωρίς έλεος, πάντα με την ρυθμικής υπόκρουσης του Devendorf. Μια τακτική που δεν ξενίζει στην περίπτωση των National, αλλά αποδεικνύεται για ακόμα μία φορά τόσο επιτυχημένη.




Νούμερο 14   David Bowie "The Next Day"

«Τίποτε λιγότερο από «Alive and kicking» που έλεγαν οι Simple Minds. Από τις σημαντικότερες επιστροφές στην ιστορία της μουσικής»

 «Here I am, not quite dying»

Τι να πω κι εγώ και τι να γράψω τώρα, όταν, εν έτει 2013, ακούω τον Bowie να λέει αυτούς τους στίχους με ορμή οδοστρωτήρα; Πέρασαν δέκα χρόνια από το τελευταίο του άλμπουμ και -κακά τα ψέμματα- από καιρό είχαμε αρχίσει να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι δύσκολα θα ξανακούγαμε νέο δίσκο από τον υπέρτατο χαμαιλέoντα της rock. Τα προβλήματα της υγείας του (το 2004 υπέστη καρδιακή προσβολή κι έκτοτε έχουν ανατροφοδοτηθεί πάσης λογής φήμες για ένα σωρό άλλα) και οι μετρημένες στα δάχτυλα δημόσιες εμφανίσεις του μας έδιναν κάθε δίκιο, εδώ που τα λέμε.

Ξαφνικά, όμως, στις 8 του περασμένου Γενάρη -ανήμερα των 66ων γενεθλίων του- δόθηκε στη δημοσιότητα το "Where Are We Now?". Μια μελαγχολική μπαλάντα που μετά τα μισά κλιμακώνεται πολύ όμορφα (σαν τους U2 των αρχών των 90s) και σε κερδίζει με κάθε ακρόαση. Εκεί ο -πάλαι ποτέ- αέρινος Thin White Duke ακούγεται εύθραυστος και με έντονη διάθεση αναπόλησης (για τα χρόνια του Βερολίνου, εν προκειμένω) μοιάζει βυθισμένος σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα τύπου: «Μάρω-Μάρω μια φορά είν' τα νιάτα» και «περασμένα μεγαλεία, διηγόντας τα να κλαις».

Μαζί με το "Where Are We Now?" και τα νέα της επερχόμενης επιστροφής του, δόθηκε στη δημοσιότητα και το εξώφυλλο του άλμπουμ: ο τίτλος σε ένα λευκό τετράγωνο πάνω από το ιστορικό πορτρέτο του "Heroes" (1977). Έτσι, λίγο η βόλτα στο ψυχροπολεμικό Βερολίνο μέσω του πρώτου single, λίγο το εξώφυλλο˙ όλα προϊδέαζαν ότι θα είχαμε να κάνουμε με κάτι ατμοσφαιρικό, βουτηγμένο στη νοσταλγία. Κι ύστερα ήρθε το σπαρταριστά ζωηρό "The Stars (Are Out Tonight)" και εκεί που είχαμε μπει σε ένα mood κύκνειου άσματος, μας μπέρδεψε ο μπαγάσας.

Ωστόσο, η ευχάριστη έκπληξη -αλλά και η σύγχυση- που προκάλεσε το απροσδόκητο δεύτερο single, δεν πιάνουν μία μπροστά στην αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και την εξάρθρωση της κάτω από την άνω γνάθο που πάθαμε (οι οπαδοί του) όταν πρωτακούσαμε ολόκληρο το "The Next Day", το οποίο δόθηκε ελεύθερο για streaming μέσω iTunes. Δεν είναι ότι ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα από μια «αξιοπρεπή» επιστροφή και άλλα τέτοια φλώρικα που γράφονται σε αντίστοιχες περιστάσεις. Το "The Next Day" είναι δισκάρα που σου «κάθεται» με την πρώτη και το ίδιο ενθουσιώδης θα δήλωνα ακόμη κι αν επρόκειτο για το ντεμπούτο μιας άγνωστης, πρωτοεμφανιζόμενης μπάντας.

Έχει βγάλει αρκετούς αξιόλογους δίσκους μετά το ανεπανάληπτο καλλιτεχνικο peak του στα 70s, ενώ -ως γνωστόν- έχει βγάλει και αρκετές πατάτες (βλέπε το Buyer's Guide που είχαμε φτιάξει προ τετραμήνου εντελώς ανυποψίαστοι για την επερχόμενη επιστροφή του). Έτσι, κάθε φορά που στα τελευταία 30 χρόνια έβγαζε ένα συμπαθητικό δίσκο είχε καταντήσει ανέκδοτο το να γεμίζει ο μουσικός Τύπος με τη φράση κλισέ: «το νέο του άλμπουμ είναι ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει από το "Scary Monsters" (1980)».

Ε, να λοιπόν, που ήρθε εκείνη η ευλογημένη ώρα που ο χαμαιλέοντας έβγαλε ένα δίσκο, ικανό να αντέξει τη διαδικασία σύγκρισης με τα προϊόντα της δοξασμένης νιότης του. Ναι, τόσο καλό είναι το "The Next Day" και πλέον, παρέχεται σε μια νέα γενιά η ευκαιρία να μάθει πως είναι να μένεις έκθαμθος μπροστά σε μια πραγματικά άψογη (γαμάτη λέμε) νέα κυκλοφορία του κορυφαίου Bowie.




Ξανακούγοντας, λοιπόν, το εσωστρεφές "Where Are We Now?" ενταγμένο, πλέον, μέσα στο άλμπουμ μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε ότι αν δεν ήταν το track που θα ξαναέφερνε τον Bowie στις ζωές μας (όχι ότι έφυγε ποτέ), θα ήταν απολύτως ακατάλληλο για να μας εισάγει στο "The Next Day", καθώς σε αντίθεση με το εν λόγω track, ο δίσκος ξεχειλίζει από ενέργεια και είναι ένας από τους πιο rock της συγκλονιστικής δισκογραφίας του.

Η ομάδα που βρίσκεται πίσω από το άλμπουμ δεν διαφέρει από εκείνη του "Heathen" (2002) ή του "Reality" (2003). Ο Tony Visconti στην παραγωγή και στο μπάσο, ο Gerry Leonard  στη γεμάτη ουσία κιθάρα, ο Sterling Cambell στα drums και ο ίδιος ο Bowie στα πλήκτρα. Ο ήχος δεν απέχει και πολύ από εκείνον του "Reality", αλλά οι συνθέσεις είναι ξεκάθαρα ανώτερες. Ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών και -ανάλογα με το ποια άλμπουμ επιλέγει κανείς να συνυπολογίσει- θεωρείται το 24ο στην 45ετή (και βάλε), αδιανόητα επιδραστική καριέρα του.

Τι σημαίνει όμως ένα εξώφυλλο που παραπέμπει στην ατμοσφαιρική τριλογία του Βερολίνου και γιατί χρησιμοποιήθηκε τώρα, παρ' ότι το ύφος του "The Next Day" είναι ξεκάθαρα διαφορετικό; Στο μυαλό του δεν μπορώ να μπω (άσε που έχει κόψει και τις συνεντεύξεις...), αλλά ακούγοντας ασταμάτητα το άλμπουμ τις τελευταίες ημέρες, θα τολμήσω να πω ότι το παλιό εξώφυλλο δεν παραπέμπει συγκεκριμένα στο 1977 που κυκλοφόρησε το "Heroes", αλλά αποτελεί μια γενικότερη αναφορά στο παρελθόν του, το οποίο επανέρχεται «updated» σχεδόν σε κάθε κομμάτι του δίσκου.

Πλέον δεν έχει ανάγκη να εφεύρει και να υποδηθεί κάποια εναλλακτική persona. Όλες οι σπουδαίες μεταμορφώσεις του παρελθόντος συγκλίνουν υπηρετώντας με σεβασμό τον τωρινό Bowie.

Το εναρκτήριο (ομότιτλο) κομμάτι του δίσκου είναι ένα πραγματικό σοκ. Πατώντας στο "Beauty And The Beast" από το "Heroes" (1977), ένας απολαυστικός (όσο και φρενήρης) Bowie κολυμπάει με ορμή μέσα σε μια θάλασσα από καταπληκτικά κιθαριστικά licks που φέρνουν στο μυαλό την εποχή που δίπλα του είχε τον Carlos Alomar. Και αυτό το απίθανο ρεφρέν:

«Here I am, not quite dying 
My body left to rot in a hollow tree
It's shadows throwing shades on the gallows for me»

«Not quite dying» λέει; Χα! Ούτε για αστείο! Πώς το 'λεγαν οι Simple Minds, «Alive and kicking»; Ε, αυτό. Τίποτε λιγότερο. Ένα ξεκίνημα πέρα από κάθε προσδοκία.

Ακολουθεί το "Dirty Boys" με καμπαρετζίδικη διάθεση, ένα πολύ καλό ρεφρέν κι ένα κοφτό σαξόφωνο που μας οδηγεί στο εξαιρετικό "The Stars (Are Out Tonight)", που θυμίζει λίγο το "China Girl". Το κομμάτι απογειώνεται και γίνεται ολοένα και καλύτερο μετά τα 01:33, όταν μια μελωδική αντίστιξη κάνει την εμφάνισή της και το μετατρέπει σε κάτι σαφώς πιο ευχάριστο που σε καλεί να χτυπήσεις παλαμάκια.

Όπως φαίνεται και στο πολύ καλό video της Floria Sigismondi, το "The Stars..." αποτελεί μια αλληγορία για την αδηφάγο πραγματικότητα της μανιώδους σκανδαλοθηρίας. Ο Bowie έχει περάσει, πλέον, στο παρασκήνιο (όχι ότι τον έχουν αφήσει κι εντελώς ήσυχο) και λειτουργεί ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής, όπως ο μέσος καθηλωμένος άνθρωπος που παρακολουθεί αμήχανος τις ζωές των διασημοτήτων που προβάλλονται νυχθημερόν.

«We live closer to the earth, never to the heavens 
[...] 
We will never get rid of these stars, but I hope they live forever» 

Και κάπου εκεί επανεμφανίζονται τα όρνια για να «ρουφήξουν» τη γύρη που έχει ξανασυγκεντρώσει, τώρα που ξαναβγαίνει στο προσκήνιο. («And they know just what we do. That we toss and turn at night / They're waiting to make their move on us»). Από κοντά και η Tilda Swinton, που χάνει τον εαυτό της στην πορεία.

Πλέον γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει μια υποβόσκουσα απόγνωση που προσθέτει απροσδόκητα βάθη στο φαινομενικά uptempo άλμπουμ. Η θνητότητα και το τέλος που πλησιάζει είναι οπωσδήποτε από τα κεντρικά θέματα του δίσκου.  «Wave goodbye to life without pain» μας λέει στο "Love Is Lost" και γίνεται φανερή η σκιά που έχουν ρίξει πάνω του οι περιπέτειες της εύθραυστης υγείας του.

Μετά το "Where Are We Now?" έρχεται το "Valentine's Day", το οποίο εκ πρώτης όψεως είναι η πιο χαριτωμένη μελωδία του άλμπουμ, αλλά πίσω από την εύθυμη και χαλαρή ενορχήστρωσή του αποκαλύπτεται η πικρή πλευρά μιας από τις πιο σκοτεινές στιγμές του, καθώς έχει να κάνει με ένα οπλισμένο παιδί που αιματοκυλίζει ένα σχολείο. Εξαιρετική ηχογράφηση, πράγματι.

To "If You Can See Me" που ακολουθεί είναι μακράν η πιο «δύσκολη» σύνθεση του δίσκου, με τον Δούκα να δίνει μια φρενήρη ερμηνεία βγαλμένη από το έπος του "Station To Station" (1976). Παραδόξως, όμως, ακούγεται σχετικά άνετα, λαμβάνοντας υπόψη το πόσο avant-garde είναι. Το δίχως άλλο, με το κομμάτι αυτό ο Bowie αποδεικνύει ότι, ακόμη και σήμερα, παραμένει στην αιχμή της πρωτοπορίας για την πλάκα του. Αυτό που σίγουρα καταφέρνει -και εδώ είναι η μαγκιά του καλού sequencing- είναι ότι κάνει το "I'd Rather Be High" που ακολουθεί να ακούγεται σαν μια μελωδική όαση (όχι ότι δεν είναι).

Με ένα riff που θα ζήλευαν κι οι Suede (τα παιδιά του δηλαδή), το κομμάτι αυτό αντηχεί το "Every One Says Hi" από το "Heathen" (2002), ένα από τα τελευταία σπουδαία τραγούδια που μας είχε δώσει (...μέχρι τώρα, δηλαδή, που μας δίνει μια ντουζίνα μαζεμένη). Εδώ γίνεται φανερή και μια έντονα αντιμιλιτιραστική διάθεση.

«I'd rather be high, I'd rather be flying 
I'd rather be dead or out of my head
Than training these guns of those men in the sand»

Η άψογη παραγωγή και οι στίχοι «Who would have ever thought of it? / Who would have ever dreamed?» στο "Boss Of Me" υπογραμμίζουν την έκπληξή μου για το πόσο απίθανα κυλάει η επιστροφή του. Πραγματικά, «ποιός το περίμενε»; Δίσκος που σου κάθεται με την πρώτη και γίνεται ολοένα και καλύτερος, καθώς προχωράει.

Το "Dancing Out In Space" θυμίζει μακρινό παιδί του "Modern Love" από το "Let's Dance" (1983), χωρίς, ωστόσο, να φτάνει και πολύ μακριά. Ακούγεται ευχάριστα, αλλά μπροστά στα υπόλοιπα, φαντάζει ως μια από τις πιο «δεύτερες» συνθέσεις. Το "How Does The Grass Grow?" έχει τα χρώματα του "Low" (1977) και μοιάζει με σουρεαλιστική εκπομπή του Major Tom από το "Space Oddity" (1969), που έχει από καιρό, πλέον, εμπεδώσει τη μορφή του αρλεκίνου με την οποία μας επανασυστήθηκε στο "Ashes To Ashes" (1980). Πολύχρωμο και ζωηρό σαν το "Sound And Vision", μοιάζει σαν άσκηση πάνω στο "Boys Keep Swinging" από το "Lodger" (1979), ενώ έχει κι ένα περιπαιχτικό ρεφρέν που φέρνει στο μυαλό τις απολιθωμένες χαριτωμενιές του "The Laughing Gnome" από το μακρινό 1967.

Ολόκληρη η καριέρα του Bowie αποτελεί μια περίτρανη απόδειξη ότι δεν είναι από εκείνους που ορίζονται από τις περιστάσεις, αλλά ανήκει στην εκλεκτή κατηγορία των καλλιτεχνών που τις δημιουργούν. Ασυμβίβαστος, γράφει και εμφανίζεται όποτε εκείνος νιώθει ότι έχει κάτι αξιόλογο να πει. Να είστε σίγουροι πως δεν επρόκειτο να επιστρέψει αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές και σήμερα.

Ιδιαίτερα τώρα, που σε όποια γωνιά του πλανήτη και να κοιτάξει «he can hear the nation cry», αναρωτιέται: «Who will set the world on fire?», για να δώσει ο ίδιος την απάντηση: «YOU will set the world on fire» στο εξαιρετικό track με τον ίδιο τίτλο. Το riff της εισαγωγής θυμίζει εκείνο του Jack White από το "Sixteen Saltines", που με τη σειρά του μας έρχεται από τα "Χτυποκάρδια στο Beverly Hills" (true story!), αλλά -ευτυχώς- δεν σταματά εκεί. Μια πραγματική rock γιορτή και ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου.

Παύση για να πάρουμε μια ανάσα και να εκτιμήσουμε την αξία του "The Next Day". Πιο ζωηρό από ό,τι θα ευχόταν κι ο πιο αισιόδοξος οπαδός του, πατάει στο παρόν και κλείνει πονηρά το μάτι στο μέλλον (ο Visconti λέει ότι έχουν ηχογραφηθεί άλλα τόσα κομμάτια). Δίσκος που προορίζεται για να παιχτεί και όχι για να σκονίζεται σε δισκοθήκες φανατικών των παλιών καλών ημερών του που ...«το πήραμε, μωρέ, κι αυτό για λόγους πληρότητας». Μεστό και εύστροφο rock χωρίς ανούσια σημεία και ένας Bowie που σφύζει από ζωή. Ακούγοντας αυτό το απίθανο άλμπουμ, σε πιάνει καημός που δε θα περιοδεύσει. Αυτά τα κομμάτια θα λειτουργούσαν περίφημα live.

Πίσω στο tracklist και το απίθανο σερί συνεχίζεται με το ωραιότατο βαλσάκι "You Feel So Lonely You Could Die", το οποίο τον συνδέει με το "Five Years" από το "The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars" (1972). Αχ και να ζούσε ο παλιόφιλος ο Lennon, να το έλεγαν παρέα. Αχ (επίσης) να ήταν αυτό το κομμάτι που θα έκλεινε το δίσκο και όχι το "Heat", το οποίο μπορεί να είναι μην είναι κάτι ιδιαίτερο (σίγουρα δεν είναι αντάξιο να κλείσει ένα τέτοιο άλμπουμ), αλλά έχει έντονο άρωμα από τα ατμοσφαιρικά του Βερολίνου και μια χαρακτηριστική θεατρικότητα.

Ο δίσκος είναι πραγματικά απολαυστικός και σταματώ εδώ την ψευτοαπόπειρά μου να τον αναλύσω περαιτέρω (λες κι είναι εύκολο...). Το "The Next Day" κυλάει νεράκι και αυτό έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη σημασία από οτιδήποτε μπορώ να γράψω. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Bowie ανέκαθεν ισχυριζόταν ότι όλες οι μορφές της τέχνης πρέπει να παραμένουν ελεύθερες προς ερμηνεία. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις του καλλιτέχνη, οι προσωπικές ερμηνείες των δεκτών (ακροατών, θεατών κλπ.) προσθέτουν μια επιπρόσθετη διάσταση και περαιτέρω περιεχόμενο στο έργο.

Παρεμπιπτόντως, μην ξεχνάμε ότι, μαζί με τη δισκογραφική του επιστροφή, το Victoria & Albert Museum of Art & Design στο Λονδίνο ετοιμάζεται να ανοίξει τις πόρτες του για να φιλοξενήσει την αναδρομική έκθεση David Bowie Is (23/03 - 11/08) και από καιρό έχει γίνει γνωστό ότι η προπώληση έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στην ιστορία του Μουσείου.

Τελεία και παύλα. Ο Bowie και ο Visconti χτύπησαν φλέβα χρυσού και πέτυχαν 100% στο να δημιουργήσουν έναν μοντέρνο δίσκο που επαναφέρει το Δούκα στο προσκήνιο και τον επανασυνδέει με έναν αχαλίνωτα δημιουργικό τρόπο με το συγκλονιστικό παρελθόν του. Θα το πω όσο πιο χοντρά μπορώ. Το "The Next Day" έχει περισσότερα καλά τραγούδια από όσα υπάρχουν στους τελευταίους πέντε δίσκους του μαζί (και δεν είμαι από εκείνους που τους θεωρούν κακούς).

Το άλμπουμ είναι ένα ανατριχιαστικά αιχμηρό μάθημα προς τους απανταχού μαθουσάλες που βγάζουν δίσκους χωρίς να έχουν κάτι καινούργιο ή έστω αξιόλογο να πουν. Παράλληλα, συνιστά και ένα ανεπανάληπτο τεκμήριο για τις ευεργετικές ιδιότητες της αγρανάπαυσης. Βέβαια, δεν είναι μόνο η αγρανάπαυση˙ σίγουρα βοηθάει ότι αυτός που ξεκουραζόταν ήταν ο Bowie και όχι όποιος κι όποιος...

Το "The Next Day" δεν είναι απλά ένα απροσδόκητα καλό άλμπουμ. Πρόκειται για μια έκπληξη μεγατόνων, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ποιά η θέση του, λοιπόν, μέσα στο σύμπαν της ανεκτίμητης δισκογραφίας του Bowie; Μπορεί να συγκριθεί με τα αριστουργήματα των 70s; Ο μόνος λόγος που η απάντηση δεν είναι αβίαστα καταφατική, είναι ότι εκείνα τα άλμπουμ είναι ανεπανάληπτα. Ο χρόνος θα δείξει όμως. Μέχρι τότε, δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να γράψω ότι το άλμπουμ αυτό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για την κατηγορία «best comeback album ever».



Νούμερο 13   Blood Ceremony "The Eldritch Dark"

Ο καλύτερος δίσκος των Blood Ceremony μέχρι τον επόμενο

 Δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες και τα συγκροτήματα από τον Καναδά που έχουν ξεχωρίσει για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μουσικής τους: Μερικά παραδείγματα διαχρονικά αποτελούν ο Neil Young, οι Rush, οι Voivod, οι Annihilator, οι Tea Party…και εσχάτως οι Blood Ceremony.

O κιθαρίστας και βασικός συνθέτης του group, Sean Kennedy είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν το ύφος του σχήματος ως folkier (πιο folk δηλαδή) Sabbath. Εάν αυτό ίσχυε αρκετά στο ντεμπούτο των Καναδών και λιγότερο στο δεύτερό τους άλμπουμ, τότε πριν ξεκινήσετε την ακρόαση του “The Eldritch Dark” αφαιρέστε κι άλλο Sabbath και προσθέστε μία ακόμη ισχυρή δόση protoprog. Κύρια υπεύθυνη για την εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι είναι η τραγουδίστρια, φλαουτίστρια και οργανίστρια των Blood Ceremony, Alia O’Brien, καθώς εκείνη είναι η prog maniac της παρέας. Κατά τα άλλα, έχουμε τις αρμοδιότητες του μπασίστα Lucas Gadke να αυξάνονται, τον νέο drummer Michael Carillo να τα πηγαίνει περίφημα (όλα καλά μέχρι εδώ δηλαδή), και πολύ απλά έναν δίσκο που σκίζει. 

Σε σχέση με τις δύο προηγούμενες δουλειές των Καναδών η παραγωγή είναι πιο καθαρή παραμένοντας βέβαια vintage και οι κιθάρες ακούγονται ακόμη περισσότερο παλιακές, ενώ οι φωνητικές μελωδίες για άλλη μια φορά αιχμαλωτίζουν. Οι Deep Purple στα πιο progressive τους, η δραματικότητα των Pink Floyd και τα solos του Gilmour, οι εντάσεις των Uriah Heep και γενικότερα μεγάλος μέρος της early 70s παράδοσης βρίσκονται εδώ εγκλωβισμένα και άψογα φιλτραρισμένα μέσα από το ηχόχρωμα των Blood Ceremony. Σε σχέση με τον προκάτοχό του, το “The Eldritch Dark” είναι περισσότερο δουλεμένο και συνάμα λιγότερο πολύπλοκο και δυσνόητο. Τα 41 λεπτά που διαρκεί μπορεί βέβαια να φαίνονται λίγα, από την άλλη πλευρά όμως το καθιστούν κομμένο και ραμμένο για μονό (ευτυχώς) βινύλιο, ενώ πολύ εύκολα το ακούς καπάκι δεύτερη (μη σου πω και τρίτη) φορά. 




Ο δίσκος ανοίγει με το “Witchwood”, κομμάτι που έχει τις περισσότερες εναλλαγές και συνοψίζει στα επτά λεπτά που διαρκεί όλα τα στυλ που περικλείει ο δίσκος. Το single “Goodbye Gemini” έχει την αμεσότητα του έντονου ρυθμού και ένα αρκετά συμπαθητικό refrain, δεν θα έλεγα όμως ότι είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου. Έκπληξη αποτελεί σίγουρα το τραγουδισμένο από τον Gadke “Lord Summerisle”, το οποίο αν και διαφορετικά ενορχηστρωμένο από το κομμάτι των Sabbath, θυμίζει κάτι από τη γαλήνη του “Planet Caravan”. Η πρώτη από τις δύο κορυφές του δίσκου ανήκει στο “Ballad Of Τhe Weird Sisters”. Μεγάλο τραγούδι, βασισμένο στις prog/folk διδαχές των Jethro Tull, με το βιολί να θυμίζει στους αμετανόητους σαν εμένα και το Πολύζο κάτι από Todd Ehle και Jag Panzer (αυτό όμως είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο). 

Στο ομώνυμο του δίσκου, - όσο κι αν έχει περιοριστεί γενικότερα η επιρροή των Sabbath - η παρέα του Iommi έχει τη τιμητική της. Σειρά έχει το καθοδηγούμενο από τα πλήκτρα με το εντυπωσιακό break στη μέση και το εξαιρετικό solo “Drawing Down The Moon”.Το “Faunus” που ακολουθεί βαδίζει ακριβώς στα χνάρια των προγενέστερων ορχηστρικών “The Hermit” και “A Wine Of Wizardry” και μας προδιαθέτει κατάλληλα για το grand finale. Κάπως έτσι φτάνουμε λοιπόν στη έτερη κορυφή του δίσκου, με τον “Magician” Oliver Haddo να επιστρέφει θριαμβευτικά. Ένας εντυπωσιακός δίσκος χρειάζεται ένα αντίστοιχα εντυπωσιακό φινάλε και οι Blood Ceremony κράτησαν το καλύτερο από μια σειρά σπουδαίων τραγουδιών για το τέλος. Η μελωδία είναι καθηλωτική, το solo απλά μαγικό (μόνο που θα θέλαμε να διαρκεί περισσότερο μετά την αλλαγή του) και η φλοϋδική μεγαλοπρέπεια στο τελείωμα μας επαναφέρει (δυστυχώς) ομαλά (ευτυχώς) στην πεζή πραγματικότητα.

Το ιδιαίτερο στίγμα τους (retro doom rock με γυναικεία φωνητικά, φλάουτο και όργανο) οι Blood Ceremony το είχαν δώσει εξαρχής. Το ζητούμενο ήταν να φιλτράρουν καλύτερα μέσα από αυτό τις επιρροές τους και αν είναι δυνατόν να διευρύνουν το ύφος τους, κάτι που καταφέρνουν με εξαιρετικό τρόπο στο “The Eldritch Dark”. Αν θεωρήσει λοιπόν κανείς ότι το πρώτο τους άλμπουμ έχανε πόντους λόγω των πολλών Sabbath αναφορών και ότι στο δεύτερο αναζητούσαν ένα πιο προσωπικό ύφος, τότε κυκλοφόρησαν σίγουρα το καλύτερό τους άλμπουμ. Και ναι, we are bewitched.



Νούμερο 12   Leprous "Coal"

Πόσο «προοδευτικό» είναι το σύγχρονο prog metal και τι ακόμα έχει να προσφέρει ένα ιδίωμα του οποίου οι πάλαι ποτέ καταφανέστατοι ηγέτες, σαν τους 'Ryche, πελαγοδρομούν και διασύρονται; Οι Σκανδιναβοί είχαν τις απαντήσεις τους γύρω από τον προοδευτικό ήχο από καιρό έτοιμες και με συγκροτήματα σαν τους Leprous να διαφημίζουν τη μοναδικότητα των εμπνεύσεων τύπων που μεγάλωσαν αγκαλιάζοντας τα βινύλια των King Crimson και παρατηρώντας με επιστημονική ακρίβεια τις κινήσεις των Tool.

Ήδη με τις δύο προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές τους, και ιδίως το "Bilateral", οι Νορβηγοί Leprous κατάφεραν όχι μόνο να δημιουργήσουν ένα εντυπωσιακό κράμα σύγχρονου progressive metal ήχου, αλλά και να κερδίσουν νέους οπαδούς μέσα από την αυθεντικότητα και τις εμπνεύσεις τους. Το αποτέλεσμα του προηγούμενου πετυχημένου «πειράματος» πλέον θα το ανέμενε περισσότερος ακόμα κόσμος, άρα οι Νορβηγοί με το ολόφρεσκο "Coal" θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την ίδια «πεπατημένη» (αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι η ιδιαιτερότητα του "Bilateral") και να προσφέρουν ένα άλμπουμ με εξίσου μεγαλειώδεις συνθετικές διαφοροποιήσεις και εκτελεστική δεινότητα ανθρωποειδών. Και όταν έχουν προκαλέσει το σύνολο των ακροατών του "Bilateral" και έχουν δεχτεί αποθεωτικά σχόλια, τότε η επόμενη κίνησή τους έρχεται να τους καθιερώσει στον χώρο.



Το "Coal", σχετικά διαφοροποιημένο από τον προκάτοχό του, ακόμα και εκ πρώτης όψεως από το εξώφυλλο ο ακροατής αντιλαμβάνεται τις προθέσεις των Leprous. Ενώ το "Bilateral" στηριζόταν εν μέρει στις καταπληκτικές ερμηνείες και στις μοναδικές συνθετικές εμπνεύσεις μέσα από πολυδιάστατους λαβυρίνθους, η νέα δισκογραφική πρόταση αναπτύσσεται πάνω σε πιο ήρεμες φόρμες, με περισσότερο συναίσθημα και άλλες δυναμικές. Φυσικά οι στιγμές που το συγκρότημα ξεσαλώνει και αποδίδει τις γνώριμες χαρακτηριστικές του prog-meets-jazz πινελιές, δίνουν ξανά το παρόν και το single, "Chronic", είναι μια από αυτές.

Η ομοιογενής συνοχή, με την οποία αναπτύσσεται το άλμπουμ, προσφέρει στον ακροατή ένα σύνολο που είναι ευκολότερο να γίνει κατανοητό και οι συνθέσεις να αφομοιωθούν. Οι Leprous δεν κάνουν εκπτώσεις ούτε στις διάρκειες, με το "Echo", για παράδειγμα, στα σχεδόν δέκα λεπτά που διατρέχει, να εξελίσσεται σε ένα μοναδικά ατμοσφαιρικό κομμάτι που βασίζεται στην απλότητα και την επαναλαμβανόμενη μελωδία, η οποία συνοδεύει την καταπληκτική ερμηνεία του Einar Solberg. Και μιας και περί ερμηνείας ο λόγος, ακόμα μια φορά οι μελωδικές γραμμές πάνω στις οποίες αναπτύσσει το ταλέντο του ο συγκεκριμένος κύριος, αφήνουν τις καλύτερες των εντυπώσεων, ακόμα και στις πιο απαιτητικές στιγμές που οι νότες απαιτούν ικανότητες ...υψίφωνου. Οι παραδοσιακές «prog» στιγμές όπως το "Chronic", το "Coal" ή το "The Valley", εγγύτερα στη λογική του υπερφορτωμένου με ιδέες "Bilateral", οδηγούν το άλμπουμ εκ του ασφαλούς και ενδεχομένως δημιουργούν τον χαρακτηριστικό ήχο των Leprous.

Ο παραλληλισμός του κάρβουνου στον τίτλο, με το διαμάντι, που αποτελεί το "Coal", καθώς στην ουσία και τα δύο είναι άνθρακες, είναι εν τέλει αυτός που καταφέρνει να επικρατήσει διαμέσω του εξωφύλλου και των ακροάσεων του συνθετικού συνόλου. Το κάρβουνο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε διαμάντι, και οι Leprous κατέχουν την τεχνογνωσία και την τεχνοτροπία να το επιτύχουν.



Νούμερο 11 The Temperance Movement "The Temperance Movement"

Τους ακούσαμε πρώτη φορά πέρυσι, όταν και κυκλοφόρησαν το αυτοχρηματοδοτούμενο EP "Pride" με πέντε όμορφες συνθέσεις. Να τι είχαμε γράψει τότε στο σχετικό άρθρο με τις αξιόλογες underground κυκλοφορίες της χρονιάς: «Είναι Άγγλοι και Σκωτσέζοι αλλά αγαπούν την Αμερική. Ακούνε από Faces μέχρι Black Crowes και παίζουν μπάλα στο γήπεδο που έχουν μεγαλουργήσει στο παρελθόν οι Rolling Stones, οι Lynyrd Skynyrd και οι AC/DC. Ο Phil Campbell (όχι ο γνωστός) τραγουδά σαν να κάνει οντισιόν για τους αδερφούς Young και οι μουσικές εναλλάσσονται μεταξύ Startmeupικών riff και southern στροφών. Ιδανικοί για classic rocκ ραδιοφωνικούς σταθμούς της Βόρειας Ευρώπης, δεν θα αλλάξουν φυσικά τον κόσμο αλλά σου φτιάχνουν την διάθεση στο δευτερόλεπτο».

Τα πράγματα δεν άλλαξαν καθόλου μουσικά και έτσι στην πρώτη τους δουλειά κάτω από την στέγη της Earache (βλέπε μοντέλο Rival Sons) κρατάνε την καλή την συνταγή και συμπληρώνουν το άλμπουμ με άλλα επτά τραγούδια ισάξια αυτών του περυσινού EP. Φροντίζουν μάλιστα να τηρούν την ίδια ποσόστωση (60-40) μεταξύ των απλών και ξεσηκωτικών συνθέσεων τύπου "Midnight Black" και "Only Friend" και των μπαλάντων ("Lovers & Fighters", "Chinese Lanterns"), με αποτέλεσμα να διατηρείται η αίσθηση του ακροατή πως σκοπός τους είναι να μας ροκάρουν και όχι να μας μελώσουν.




Στα υπόλοιπα που απαιτούνται για ένα συγκρότημα τα πάνε εξίσου καλά. Οι ανταποκρίσεις από τα live τους είναι θετικές και οργώνουν συνεχώς το Ηνωμένο Βασίλειο χτίζοντας έτσι όλο και μεγαλύτερο όνομά. Αναμένεται να σηκώσουν και το βραβείο Best New Band του περιοδικού Classic Rock το οποίο τους λατρεύει, ενώ πέρυσι οι ακροατές του Planet Rock τους έβγαλαν δεύτερους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους πίσω από τους Rival Sons. (Το site μας είχε αναδείξει τους τελευταίους ως καλύτερους newcomers το 2011 στη σχετική ανασκόπηση.)

Πιο πολύ άλμπουμ τραγουδιών και όχι συνόλου, η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά των Temperance Movement έχει πολλά από αυτά που ζητά ο οπαδός του κλασικού rock. Ενέργεια, συναίσθημα, απλές δομές και ένα τραγουδιστή που μπορεί να χρωματίζει μεγάλο φάσμα συναισθημάτων. Με τέτοιο υλικό, εργασιακό ήθος και με την κατάλληλη ενίσχυση από την δισκογραφική τους (την οποία ήδη απολαμβάνουν) θα τους δείτε σύντομα μπροστά σας και στα υπόλοιπα μέσα και στα μεγάλα φεστιβάλ. Επιστροφή στις ρίζες λοιπόν με ένα συγκρότημα που από την κατάσταση του αυτοχρηματοδοτούμενου EP περνά σε άλλη φάση με δική του εφαρμογή για iPhone και επαγγελματικά γυρισμένο video clip. Για να μην παρεξηγηθούμε πάντως, όταν ακούς το στίχο «Trouble was my only friend» ακούγεται όσο αληθινό χρειάζεται και μάλλον θα περιμένουμε αρκετά μέχρι «να σταματήσουν να καταναλώνουν αλκοόλ» όπως περιπαικτικά λέει το όνομά τους. Αν θέλουμε τέτοιους καλλιτέχνες δόξα το θεό υπάρχουν πολλοί ξεψυχισμένοι δεινόσαυροι να επενδύσουμε.

Η κριτική των 15 δευτερολέπτων (εμπρός στον ροκ ψυχίατρο):

- (Τραγουδιστά) Lord, when the lord has left me, oh, all of my trouble, trouble was my only friend...
- Άσε μας ρε Αντώνη που έχεις και «trouble». Μήπως σου χάλασε η μηχανή του εσπρέσο;
- Γιατρέ σου έχω πει να μη βλέπεις George Carlin πριν τις συνεδρίες μας.



Νούμερο 10   Daft Punk "Random Access Memories"

Οι Daft Punk είναι ένα από τα ξεχωριστά εκείνα σύγχρονα μουσικά σχήματα που έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν το δυσθεώρητο εμπόδιο της ταμπέλας και να μην περιορίζονται στα στενά όρια ενός μονάχα fanbase, όπως οι περισσότερες μπάντες. Πέρα όμως από αυτή τους την ιδιότητα, συχνά τους αποκαλούν και πατέρες της EDM, electronic dance music δηλαδή, βαρύγδουπος τίτλος που, όπως όλοι οι βαρύγδουποι τίτλοι, μόνο κακό μπορεί να κάνει.

Από τα πρώτα βήματα της καριέρας τους, οι δύο Γάλλοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα σχεδόν cult following, που γιγάντωνε ολοένα με την επιτυχία της μπάντας, υποδαυλιζόμενο συνεχώς από τη ρομποτική μυθοπλασία που περιέβαλλε το ντουέτο αλλά και λόγω βεβαίως της ποιοτικής, εμπνευσμένης, ηλεκτρονικής τους μουσικής.

Οι δίσκοι των Daft Punk άνοιξαν νέους ορίζοντες στον χώρο, χαράζοντας μία νέα εποχή για την σύγχρονη χορευτική μουσική, αποδεικνύοντας πως το μόνο που χρειάζεσαι είναι μεράκι και ένα laptop. Καλά όλα αυτά, αλλά δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά βρισκόμαστε στο τώρα, που αυτή η «ελευθερία» που άφησαν ξαμόλητη οι Daft Punk έχει καταχραστεί από οποιαδήποτε σκοπιά και να το δεις, χάνοντας τις περισσότερες φορές την ουσία, αφού το ηλεκτρονικό και στην ουσία ψεύτικο στοιχείο έχει κατακλύσει τη σύγχρονη μουσική σκηνή. Η σημασία στη λεπτομέρια, το μεράκι και η έμπνευση, θεμελιώδεις αρχές πίσω από οποιαδήποτε δουλειά των Daft Punk, έχουν αντικατασταθεί από προχειροδουλέμενα single, προβλέψιμες μελωδίες και δομές, η ποιότητα των οποίων πλέον μετράται από το πόσο «βίαια» θα «drop the bass». Ένα χαός που δικαιολογημένα πλέον κριτικάρεται εντονότατα.

Οι πατέρες λοιπόν της EDM επέστρεψαν -οχτώ χρόνια μετά την τελευταία τους κανονική στουντιακή προσπάθεια- για να φέρουν τα πάνω κάτω στη σκηνή που εκείνοι έχτισαν, παίζοντας με άλλους κανόνες, φέρνοντας μία φρεσκάδα στον χώρο, με υλικό όμως από το χρονοντούλαπο. Όπως το θέτουν και οι ίδιοι, το χορευτικό κίνημα που προηγήθηκε των μπλιμπλικοκαταστάσεων των 90s ήταν η disco των 70s, σκηνή που στάθηκε ως κύριο μοντέλο για τη δημιουργία του "Random Access Memories".

Κοντά στη μία ώρα και ένα τέταρτο που διαρκεί ο δίσκος, οι Daft Punk συνεργάζονται με μία πληθώρα καλλιτεχνών που βάζουν τη δικιά τους ιδιαίτερη πινελιά στα κομμάτια. Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή, και η πιο εμφανής, είναι η απόφαση του ντουέτου να χρησιμοποιήσει κανονικά όργανα για την ηχογράφηση του άλμπουμ, πράγμα που κάνει τον δίσκο αυτομάτως πιο προσβάσιμο και «ανθρώπινο», προσιοδιρισμός που κολλάει γάντι και με τις γενικότερες θεματολογίες των Daft Punk.




Το "Random Access Memories" ανοίγει εντυπωσιακά με το "Give Life Back To Music", μπαίνοντας κατευθείαν στο ψητό, τόσο από την άποψη παρουσίασης του μουσικού περιεχομένου του δίσκου, όσο και από την άποψη της γενικότερης νοοτροπίας και θεματολογίας του. Το στακάτο riff που το χαρακτηρίζει είναι έμπνευση του πολύ Nile Rodgers, ενός από τους κύριους συντελεστές του δίσκου και ηθικού αυτουργού της ταυτότητάς του. Ήταν το ήμισυ των Chic, θρυλικός παραγωγός, κιθαρίστας με εξαιρετικά χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο παίξιμο, και στην ουσία ο δημιουργός κάθε disco κομματιού που έχει καταφέρει να φτάσει μέχρι το 2013, φέρνοντας την εμπειρία, αλλά και τη νοσταλγία που κουβαλά στην τελευταία αυτή δουλειά των Γάλλων. Σε όλα τα κομμάτια που συμμετέχει αναγνωρίζεις κατευθείαν το παίξιμό του με τα «one time only events», όπως έχει ονομαστεί, όπου κάθε φορά που παίζει ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα έχει κάτι το διαφορετικό, έστω και ένα μπουκωματάκι, ένα τσικ. Αυτό έρχεται σε ξεκάθαρη αντίθεση με τις προηγούμενες δουλειές των Daft Punk, όπου κάθε λούπα, κάθε σημείο κάποιου τραγουδιού είναι προσεγμένο στην εντέλεια, και όχι τόσο φλου και ρευστό όσο είναι το παίξιμο του Rodgers, εμφανίζοντας ξανά τον «ανθρώπινο» και «ατελή» χαρακτήρα του "Random Access Memories".

Στα υπόλοιπα κομμάτια που συμμετέχει ο Rodgers, "Lose Yourself To Dance" και "Get Lucky", στα φωνητικά κάνει εμφάνιση ο Pharell Williams, μία από τις σημαντικότερες μουσικές περσόνες της σύγχρονης μουσικής σκηνής, κυρίως  για τον ρόλο του ως παραγωγός με τους Neptunes. Εδώ όμως επιστρατεύεται το φαλτσέτο του σε δύο από τις πιο προσιτές στιγμές του δίσκου. Η πρώτη είναι ένα mid-tempo κομμάτι χαρακτηριζόμενο από το εθιστικό riff του Rodgers, πάνω σε ένα συκεκριμένο beat το οποίο είναι αδύνατον να μην σε κάνει να λικινιστείς, και η δεύτερη είναι ο προπομπός του δίσκου και σημαιοφόρος της πανέξυπνης και τεράστιας διαφημιστικής καμπάνιας του "Random Access Memories", το οποίο μου φαίνεται αδύνατον να μην το έχεις ακούσει (και αγαπήσει) ακόμα. Απλές συνταγές, ακολουθώντας τους κανόνες της disco με τις ευδιάκριτες μπασογραμμές, το απλό beat και το εθιστικό τσικιτσίκι της κιθάρας. Το πιο χορευτικό και up-beat κομμάτι του άλμπουμ και άξιο soundtrack του φετινού καλοκαιριού.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι συντελεστές. Ο Julian Casablancas των Strokes επιστρατεύεται για την ερμηνεία του "Instant Crush", προσωπικό αγαπημένο του δίσκου. Η γνωστή ένρινη φωνή του γίνεται αγνώριστη μέσα από τα φίλτρα των Daft Punk, κρατώντας όμως πάντα την ταυτότητά της. Το θέμα είναι πως είναι ό,τι καλύτερο έχει κάνει για τουλάχιστον μια οχταετία ο Αμερικάνος, παρουσιάζοντας μία εξαιρετικά πιασάρικη και ενδιαφέρουσα φωνητική μελωδία, με ρομποτικό ταμπεραμέντο, πλαισιωμένη από ωραίες synth μελωδίες. Το κομμάτι αυτό είναι ιδανικό να σταθείς και να δεις τη διαφορά που κάνουν τα πραγματικά drums σε κομμάτι των Daft Punk. Έπειτα έχεις τον Giorgio Moroder, έτερο θρύλο της disco σκηνής, λόγω της συνεισφοράς του με την εισαγωγή του synthesizer στις συνθέσεις του (όπως μας τα λέει και ο ίδιος στο intro του κομματιού του). Πρόκειται για ένα εννιάλεπτο, στην ουσία instrumental κομμάτι, το οποίο είναι άρτιο δείγμα της μουσικότητας που θέλουν να φέρουν στο προσκήνιο οι Γάλλοι. Το κύριο θέμα, παιγμένο με το synth του Giorgio, συνοδεύεται από διάφορα άλλα όργανα, μόνο και μόνο για να φτάσει σε ένα δυνατό κρεσέντο με τα τύμπανα να μπαίνουν με φόρα στη μίξη και να το καθιστούν ένα από τα highlight του "Random Access Memories".

Βέβαια, όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμία σημασία αν δεν πιαστεί κανείς από το κεντρικό σημείο του δίσκου, το κομμάτι στο οποίο συγκεντρώνεται όλη η ουσία του "Random Access Memories", τόσο μουσικά όσο και θεματικά, το "Touch". Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, το συγκεκριμένο κομμάτι χαρακτηρίζεται από μία πηγαία θεατρικότητα και θα χώραγε άνετα σε κάποια μουσική παράσταση. Αυτό φανερώνεται τόσο από την συναισθηματικά φορτισμένη ερμηνεία του εβδομηντάχρονου Paul Williams, όσο και από τις διάφορες, υπερβολικές (με την καλή έννοια) αλλαγές σε μουσικά είδη και tempo. Στα οχτώ λεπτά του κομματιού περνάμε από πολλά, πολλές φορές αντιθετικά, συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, χάρη στις προαναφερθείσες αλλαγές που περνάει από synth σε τρομπέτες, σε χορωδιές, για να (σε) τερματίσει απότομα και καταθλιπτικά με τα λόγια «touch, sweet touch, you've almost convinced me I'm real», σώζοντάς σε από τον βούρκο, περνώντας επιτόπου στο "Get Lucky".

Το θέμα είναι πως, αν εξαιρέσεις το "Get Lucky", o δίσκος κινείται σε αρκετά πιο μουντά και λιγότερα έντονα μονοπάτια, πράγμα που με ξάφνιασε (για να μην πω ενόχλησε) στις πρώτες ακροάσεις. Συνειδητοποιώντας όμως πως το κεντρικό θέμα του άλμπουμ περιστρέφεται γύρω από τη νοσταλγία -εξού και ο τίτλος του δίσκου- δεν θα μπορούσε, και δεν θα έπρεπε, να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα μάς τα παρουσίασαν ρομπότ.

Κλείνοντας, είναι αδύνατον να τελειώσεις κριτική των Daft Punk χωρίς να μιλήσεις για την παραγωγή. Τι να πεις όμως; Αψεγάδιαστη. Ας το αφήσουμε εκεί.

Τέλος, ο δίσκος είναι άκρως ερωτεύσιμος, και ακρόαση με την ακρόαση εντοπίζεις συνεχώς σημεία που ανεβάζουν την ποιότητά του κατακόρυφα. Το σχεδόν Infected Mushroom vibe του "Motherboard", τα ρομποτικά φωνητικά του "Doin' It Right", το επικό κλείσιμο του δίσκου με το ξέσπασμα του "Contact". Πρόκειται για άλλη μία άκρως ποιοτική δουλειά του γαλλικού ντουέτου που απλά μας δίνει καλή μουσική. Καμιά φορά, το hype έχει δίκιο.


συνεχίζετε....